Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Μιχάλης Γκανάς : Παραλογή [παράλληλο στου νεκρού αδελφού]

(Παραλογή, 1993) [Ι]

Κοιτάζω ένα πηγάδι. Με κοιτάζει.
Κοιταζόμαστε ώρα πολλή
σαν μαλωμένα αδέρφια.
Μονόφθαλμο σκοτάδι με τραβάει
και κατεβαίνω πέτρα πέτρα
απόκρημνη ζωγραφική.

Σωτήρη. Με τα δικά σου δάχτυλα κρατιέμαι
με το δικό μου σώμα κινδυνεύω
γλιστρώ και με φωνάζεις Κωνσταντίνο.

Μου πέφτουν τα σγουρά μαλλιά και το ξανθό μουστάκι
σαν άρρωστο παιδάκι ψιθυρίζω
τη βραδινή μου προσευχή


(Παραλογή, 1993) [ΙΙ]

Μια μάνα γύρευα να βρω
μ’ εννιά μαχαίρια στο πλευρό
και με τη μια της κόρη.

Τη βρίσκω στα βασιλικά
σε πέντε όνειρα κακά

και μες στα καρυοφύλλια.

Να ’πιανε μια νεροποντή
να ξύπναγε τον Κωσταντή
να πάει βρεγμένος σπίτι.

Να του φορέσει τα στεγνά
να τον μαλώνει σιγανά...


(Παραλογή, 1993) [ΙΙΙ]

– Εσύ δεν θα πεθάνεις.
– Μάζεψε τη φωτιά.
– Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
– Όχι. Κοίταξε μην καείς.
– Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
– Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
– Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
– Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
   Σύρε να παίξεις.
– Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
– Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
– Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
– Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
– Πόσο μεγάλος θα ’μαι;
– Άντρας. Θα ’χεις γυναίκα και παιδιά.
   Μπορεί κι αγγόνια.
– Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε;
– Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
– Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
   Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Κι ούτε θα πεθάνεις.
   Θα πεθάνεις;
– Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.
– Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
– Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
– Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;
   Σ’ ακούω. Ψεύτη.
   Ούτε αυτά που μου ’ταξες παιδί δεν κράτησες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου