Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

κάπνισμα είναι οι άλλοι ή η απουσία άλλων *

*  '' κόλαση είναι οι άλλοι ''  [ζαν-πολ σαρτρ]
    '' κόλαση είναι η απουσία άλλων '' [ροζέ γκαρωντύ]


μια αναγκαία επισήμανση εξαρχής :
                είναι ανοησία να υπερασπιστεί κανείς το κάπνισμα [είναι αυτονόητο ότι βλάπτει]
είναι όμως και ανοησία να το κυνηγήσει ανελέητα,να το δαιμονοποιήσει,
 γιατί τότε το καθιστά ως ''απαγορευμένο'' ακόμη πιο ελκυστικό,
το μυθοποιεί περισσότερο..


«Eισπνέετε;» (ενν. τον καπνό) ρωτάει αυτή η διαφήμιση τσιγάρων του 1932. Kαι το κείμενο, αμέσως παρακάτω, διαβεβαιώνει: «Σίγουρα... 7 στους 10 καπνιστές “κατεβάζουν” τον καπνό εν γνώσει τους... οι υπόλοιποι 3 χωρίς να το καταλάβουν». Mάλλον ανυποψίαστα, ο εμπνευστής του σλόγκαν «αγγίζει» τον βαθύτερο πυρήνα της σχέσης ανάμεσα στην αναπνευστική λειτουργία και την καπνιστική συνήθεια: όταν εισπνέουμε βαθιά, βεβαιώνει από τη μεριά της η ψυχολογία, «αγγίζουμε» τα εσωτερικά μας όρια. Aυτή η ψυχολογικά υποστηρικτική αίσθηση των εσωτερικών ορίων γίνεται σαφέστερη κατά το κάπνισμα.
                                                  [απ' το αφιέρωμα της Καθημερινής]







O Zαν Πωλ Σαρτρ, αρειμάνιος καπνιστής, επέζησε των ναζιστικών στρατόπεδων συγκεντρώσεως, των κινδύνων της Aντίστασης, της αντιπαλότητας με τη μαρξιστική «ορθοδοξία» και, λένε, της πολύχρονης συμβίωσης με την Σιμόν ντε Mποβουάρ. Aποδήμησε το 1980 σε ηλικία 75 ετών – μάλλον όχι εξαιτίας του τσιγάρου. Δεν απέφυγε, μετά θάνατον, τα πλήγματα της βλακείας των μετρίων, που πολέμησε με σθένος όσο ζούσε, αλλά που αποδείχθηκε, για μυριοστή φορά, μακροβιότερη των πολεμίων της: «Oι υπηρέτες του κοινωνικώς ορθού, σε διαφήμιση της Eθνικής Bιβλιοθήκης της Γαλλίας έφτασαν στο σημείο να αφαιρέσουν, στις φωτογραφίες, το τσιγάρο από τα χείλη του Zαν Πωλ Σαρτρ...», αγριεύουμε από το εύστοχο κείμενο της Mαρίλιας Παπαθανασίου με τίτλο «O Σαρτρ κόβει, μετά θάνατον, το κάπνισμα» στην «Kαθημερινή» της Tετάρτης 30 Mαρτίου 2005.[από το αφιέρωμα της καθημερινής]


από την εκπομπή ''το κουτί της πανδώρας''

-         ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΒΛΑΠΤΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

Το ξέρω
αλλά τη νύχτα και μπροστά στη θάλασσα
επίσης σοβαρά ωφελεί την προσευχή
γιατί ο καπνός, ωχρός λαθρεπιβάτης
παίρνει το λεωφορείο των σύννεφων
κι όταν εκείνο κάνει στάση στο Θεό

α, τότε θα μ΄αναγνωρίσει - δε μπορεί
απ΄το άφιλτρο του λάρυγγα
από το μπλέντεντ των πνευμόνων
από τη δυσωδία των σωθικών
αφού δεν αρκεί φαίνεται
μέσα στο απόλυτο σκοτάδι
μια τόση δα μικρούλα καύτρα
που επιμένει.

 Γ. Βαρβέρης , Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΟΓΚ



             ΑΡΘΡΑ
                    ευγ. αρανίτσης  νικοτίνη
                  ωδή στον καπνό

                                                              Αφιέρωμα καθημερινής :
                                                       Ο ΚΑΠΝΟΣ μια ιστορία πάθους

                                                                καπνίζω, άρα υπάρχω;

                                                       "ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν.."

                                                                το καπνιστικό γονίδιο

                                                             το κάπνισμα ως ιατρικό πρόβλημα
                                                             
                                                                το χρονικό του καπνού

                                                                 οι δρόμοι του καπνού

                                                            το τσιγάρο στη μεγάλη οθόνη

                                                         ρέκβιεμ για το τελευταίο μου τσιγάρο


το τελευταίο τσιγάρο

Άρης Αλεξάνδρου : ΤΟ ΚΙΒΩΤΙΟ
Με το Κιβώτιο βρισκόμαστε στο κλίμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου-ακριβέστερα, στο τέλος του (καλοκαίρι του 1949). Μια 40μελής ομάδα "εθελοντών" και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους : το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η "επιχείρηση - κιβώτιο" είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται»*. Αυτή η επιχείρηση - εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου - μέσα Σεπτεμβρίου του 1949). Ο μοναδικός επιζών - και αφηγητής - ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται πως είναι άδειο!
*Κάθε φορά ο υποψήφιος νεκρός, πριν πάρει το κυάνιο, δικαιούται να καπνίσει για τελευταία φορά, το τελευταίο τσιγάρο.
   απόσπασμα στο σχολικό βιβλίο της γ’ λυκείου:  η αυτοκτονία του σοφοκλή (σελ. 210)

Ο ΦΟΡΤΙΝΟ ΣΑΜΑΝΟ ΚΑΠΝΙΖΕΙ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ..
     Ο Fortino Samano Μεξικανός υπολοχαγός και υπαρχηγός του Emiliano Zapata στην εξέγερση των φτωχών του 1910 συνελήφθη και εκτελέστηκε το 1917 από τον ομοσπονδιακό στρατό του προέδρου Porfirio Diaz .
Δευτερόλεπτα πριν την εκτέλεσή του ζήτησε ένα τσιγάρο ποζάροντας ακουμπισμένος σε ένα πέτρινο τοίχο, και χαμογελώντας άφοβα στο φακό του φωτογράφου Agustin Victor-Casasola.
Ο Θ. Παπ/νου εμπνεύστηκε απ’ τη φωτογραφία το ομώνυμο τραγούδι με τρεις αφηγητές:
τον ίδιο τον Σαμάνο, τον εκτελεστή και .. το τσιγάρο του.

Ο Φορτίνο Σαμάνο καπνίζει και σκέφτεται:
"Είμαι ό,τι δεν έζησα, είμαι η βροχή που θα 'ρθει
να δροσίσει άγνωστων γυναικών το κορμί.
Βράδυ στα κρεβάτια τους πώς στενάζουν ξαναμμένες
ποιος Σαμάνος έφερε τούτη τη βροχή..."

Ο στρατιώτης με τ'όπλο σημαδεύει και σκέφτεται:
"Με μια κίνηση απλή θα του κλέψω ό,τι έχει ζήσει
είμαι ένας μικρός θεός, είμαι ένα στοιχειό.
Πάνω από το αίμα του αύριο εδώ την ίδια ώρα
ερπετά θα σέρνονται όπως κάνω κι εγώ..."

Το τελευταίο τσιγάρο κι εκείνο σκέφτεται:
"Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ σε παιδιά που ξεφαντώνουν
ο καιρός θα χάνεται ώσπου κάποιο απ'αυτά
θα φωνάξει "Λιμπερτά!" κι όπως θα κοιτάει τις κάνες
θα βρεθώ στα χείλη του σαν τσιγάρο ξανά..."

«Όταν διάβασα τη λεζάντα της φωτογραφίας, ανατρίχιασα. Η στάση του Φορτίνο Σαμάνο δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Ίσως γι’ αυτό με συγκίνησε. Οι τωρινοί άνθρωποι, με τη συμβολή της τηλεόρασης, έχουμε υποστεί δύο σημαντικές ήττες: Από τη μια, έχουμε εθιστεί στον πόνο και στον θάνατο των άλλων –μέχρι και ζωντανή αναμετάδοση πολέμων έχουμε παρακολουθήσει– και από την άλλη, ακριβώς επειδή νομίζουμε ότι είμαστε πάντα στη θέση του θεατή, όταν χτυπήσει την πόρτα μας κάποια συμφορά ή ο ίδιος ο θάνατος ξαφνιαζόμαστε και τρομάζουμε». [Θαν. Παπ/νου]




στο άδειο μου πακέτο απόψε μπήκες.δεν ξέρω τι ζητάς και αν το βρήκες..

τόσο καπνό που πίνω μέσα μου,
άμα τον είχα ταξιδέψει,
θά'χα γυρίσει όλη τη γη..[;]

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

μικρά παράδοξα

Ήταν κάποιος που δεν ήξερε καμιά ιστορία κι όλο έλεγε:
Ξέρω πολλές ιστορίες. Μια απ' αυτές λέει
πως ήταν κάποιος που δεν ήξερε καμιά ιστορία κι όλο έλεγε:
Ξέρω πολλές ιστορίες. Μια απ' αυτές λέει
πως ήταν κάποιος που δεν ήξερε καμιά ιστορία...
                                             γ. αγγελάκας





ΠΟΙΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΕΙ;


Ρώτησα ένα κοριτσάκι:
 -Ποιος διευθύνει στο σπίτι;
Αυτή σωπαίνει και κοιτάζει.
-Λέγε, ποιος είναι ο αρχηγός; Ο μπαμπάς ή η μαμά;
Το κοριτσάκι με κοιτάζει και δεν απαντά.
-Λοιπόν; Θα μου πεις; Ποιος είν' ο αρχηγός;
Με ξανακοιτάζει με αμηχανία.
-Δεν ξέρεις τι θα πει "διευθύνω";
Και βέβαια το ξέρεις.
-Δεν ξέρεις τι θα πει "αρχηγός";
Και βέβαια το ξέρεις.
Λοιπόν;
                  
            Με κοιτάζει και σωπαίνει. Δεν ξέρω τι να κάνω. Να θυμώσω; 
Κι αν η καημένη είναι μουγγή;
    Τώρα, να, το βάζει στα πόδια. Τρέχει μέχρι την άκρη του λιβαδιού, γυρνάει απότομα, μου βγάζει τη γλώσσα και μου φωνάζει γελώντας :
- Δε διευθύνει κανείς , γιατί στο σπίτι μας όλοι μας αγαπιόμαστε.
                                                              Τζιάνι Ροντάρι



"Is there life on the Earth?"

Is there life on the Earth?
Is there life after birth?...

Υπάρχει άραγε ζωή πάνω στην Γη;
Υπάρχει ζωή μετά τη γέννηση;

Ένα τραγούδι που συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις για την ταινία "Sweet Movie" (1974). Ερμηνεύει η Ανν Λόννμπεργκ (η Άνναμπελ από τα "Κορίτσια στον ήλιο") σε στίχους δικούς της και του σκηνοθέτη της ταινίας Ντούσαν Μακαβέγιεφ.








Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

επέτειος πολυτεχνείου

              
                  Παπαντόπ ντοπ ντοπ

Ένα ιστορικό τραγούδι του γιάννη μαρκόπουλου για τον Παπαντόπ_ουλο κάθε εποχής..

ιστορικό γιατί πρωτοπαίχτηκε στο πολυτεχνείο τις μέρες του Νοέμβρη του '73 κι αργότερα το '74,λίγο πριν πέσει η χούντα,στο ντοκιμαντέρ του ζυλ ντασέν "δοκιμή'',που γυρίστηκε στην αμερική και συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Θεοδωράκης, ο Μαρκόπουλος, η Μερκούρη, ο Maximilian Schell, ο Laurence Olivier, o Arthur Miller


Εν δυο αριστερά, δεξιά
Παρουσιάστε, Αρμ
Παπαντοπ ντοπ ντοπ......

Κι εκείνος κι εκείνος κι εκείνος
που σωπαίνει θα χαθεί, θα χαθεί
Κι εκείνος κι εκείνος κι εκείνος
που σωπαίνει θα χαθεί, θα χαθεί

Διώξτε ή λιώστε, πατήστε
τις λέξεις μάνα, πατέρα,
αδελφός, αδελφή, σύντροφος,
φίλος, τιμή, μουσική

Το μανιτάρι θα 'ρθει,
η διαταγή η γη να πεθάνει
Ωσανά-ωσανά του θανάτου,
ωσανά-ωσανά του θανάτου

Κατάρα-κατάρα, στη σφαγή,
στη σιωπή, κατάρα
Παπαντοπ ντοπ ντοπ......

Κι εκείνος κι εκείνος κι εκείνος
που σωπαίνει θα χαθεί, θα χαθεί
Παπαντοπ ντοπ ντοπ......
Κι εκείνος κι εκείνος κι εκείνος
που σωπαίνει θα χαθεί, θα χαθεί
Παπαντοπ ντοπ ντοπ......

Διώξτε ή λιώστε, πατήστε
τις λέξεις μάνα, πατέρα,
αδελφός, αδελφή, σύντροφος,
φίλος, τιμή, μουσική
Το μανιτάρι θα 'ρθει,
η διαταγή να πεθάνει η γη

Κι εκείνος κι εκείνος κι εκείνος
που σωπαίνει θα χαθεί, θα χαθεί
Παπαντοπ ντοπ ντοπ......
Κι εκείνος κι εκείνος κι εκείνος
που σωπαίνει θα χαθεί, θα χαθεί
Παπαντοπ ντοπ ντοπ......

(Μόνο ένα παγωμένο αγέρι
ξαγρυπνά στους δρόμους,
προσμένοντας καρτερικά τον ήλιο
Ως και τα ελεγεία ξεχάσαμε
που τραγουδούσαν τα τσακάλια
Μείνε σε παρακαλώ ξάγρυπνη
για λίγο ακόμα, με τον όμορφο
παλμό στα στήθια σου που μεταγγίζει
κουράγιο στο κορμί μου

Πάω να φτιάξω άλλον έναν καφέ
Μείνε λίγο ξάγρυπνη ακόμα
κρατώντας τούτη τη γραμμή ανοιχτή
Τη γραμμή που χτίζει κάστρα
γύρω απ τα όνειρά μου
Τη γραμμή που ρίχνει σωσίβια
κάθε που ναυαγώ στο φόβο

Κράτα τη γραμμή ανοιχτή
Βάρκα που ψάχνει έλεος
στα απάνεμα βράχια σου η ζωή μου
Δάκρυα και δηλητήρια παραμορφώνουν
το πρόσωπό μου στο σκοτάδι
Άσπρα γλαρόπουλα στο γαλάζιο σου ορίζοντα

Κράτα τη γραμμή ανοιχτή
Το αίμα θα ξαναγίνει κρασί στη Κανά σου λέω
Θ ακούσουμε ξανά παιδιάστικα γέλια σου λέω
Θα πούμε ξανά τραγούδια στη θάλασσα σου λέω
Θα πιούμε ξανά από ανοιξιάτικο ρυάκι σου λέω
Θα κάνουμε ξανά έρωτα στα χωράφια

Κράτα μόνο τη γραμμή ανοιχτή
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή
Κράτα, κράτα, κράτα.........)
στίχοι μήτσος κασόλας
στην παρένθεση αποσπάσματα απ’ το ποίημα του δημήτρη βάρου «Θηρασία»

                                          και η ερμηνεία του π. σιδηρόπουλου

                                           απόσπασμα απ' τη ''δοκιμή'' του ντασέν




μια άλλη ,απρόβλεπτη ματιά:
17 του Νοεμβρίου
Γρηγορίου Νεοκαισαρίας του θαυματουργού
Οσίου Λαζάρου του ζωγράφου και Χαζάρου
Ζαχαρίου του σκυτοτόμου
Γενναδίου και Μαξίμου πατριαρχών
Νίκωνος μαθητού Σεργίου του Ρώσου

και… του πολυτεχνείου της γενιάς μου..

κι ακόμη μία σύγχρονη εκδοχή:


ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ Δ. ΜΑΚΡΗ : ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 


                                                ''κρατάω το στόμα μου κλειστό..''

"Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο!" 

1973-2003. Ο A. Σκευοφύλαξ, ο έφεδρος στρατιώτης του τεθωρακισμένου άρματος που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο, σπάει την τριαντάχρονη σιωπή του και αποκαλύπτει όσα συνέβησαν τη μαύρη νύχτα που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και στιγμάτισε για πάντα τη ζωή του. «Ντρέπομαι γι' αυτό που ήμουν, γι' αυτό που έκανα» λέει στην εκ βαθέων εξομολόγησή του. Μια στιγμή, μια ζωή. Στη «μία και μοναδική φορά» που δέχθηκε να ξύσει «τις πληγές του παρελθόντος», όπως λέει σε μια αποστροφή του λόγου του ο κ. Σκευοφύλαξ, περιγράφει λεπτό προς λεπτό τη στρατιωτική επιχείρηση της χούντας, η οποία ξεκίνησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου με την έξοδο των τανκς στους δρόμους της Αθήνας και ολοκληρώθηκε στις 3.30 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, με την αιματοβαμμένη εισβολή στο Πολυτεχνείο. Στη σπάνια μαρτυρία του ο κ. Σκευοφύλαξ μνημονεύει τις δραματικές στιγμές που εκτυλίχθηκαν στους δρόμους της Αθήνας, τις ειρηνικές εκκλήσεις των φοιτητών που ηχούσαν στα αφτιά του σαν «κραυγές εχθρών της πατρίδας». Τις διαταγές των αδίστακτων στρατιωτικών που πίστεψε ότι ήταν «πατριώτες». Θυμάται - τότε με χαρά, τώρα με θλίψη - τον πόνο των φοιτητών που είδαν το όνειρό τους να τσαλακώνεται κάτω από τις ερπύστριες που ο ίδιος έθεσε σε κίνηση, τον τρόμο που ακολούθησε από τις λυσσαλέες επιθέσεις των αστυνομικών. Το απαράμιλλο θάρρος του φοιτητή που γύρισε και του είπε: «Τι κατάλαβες τώρα που μπήκες μέσα;». Την οργή που του προκάλεσε και λίγο έλειψε να τον οδηγήσει σε εν ψυχρώ δολοφονία.«Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή... Αν έλεγε μια κουβέντα ακόμη, θα τον σκότωνα»! Οι λέξεις βγαίνουν με δυσκολία. Σε αυτή τη συνέντευξη του κ. A. Σκευοφύλακος μιλούν δύο πρόσωπα: ο 20χρονος έφεδρος στρατιώτης και ο 50χρονος βιοπαλαιστής. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει, ακόμη και σήμερα, για μια ενέργεια που τον κατέστησε αρνητικό πρωταγωνιστή στην κρισιμότερη στιγμή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Μια στιγμή, μια αιωνιότητα. Μετά την απόλυσή του από τον στρατό, ο A. Σκευοφύλαξ θα μοχθήσει για να ζήσει. «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές το KKE». Στα 30 του θα παντρευτεί, θα αποκτήσει παιδιά. Ζώντας σε μια γειτονιά των νοτίων προαστίων, όλα αυτά τα χρόνια αποφεύγει να μιλάει για τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Οσες φορές θα τον ρωτήσουν «τι σχέση έχεις με τον "πορτάκια" του Πολυτεχνείου;», θα μιλήσει για «μακρινό ξάδελφο που σκοτώθηκε σε τροχαίο»! Στη γυναίκα του θα ανοίξει την καρδιά του ύστερα από χρόνια. Στα τρία παιδιά του δεν το έχει αποφασίσει ακόμη. «Είμαι ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρόνων. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο»!
1973-2003. Τριάντα χρόνια μετά, ο άνθρωπος που γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου θα πει για τους φοιτητές, τους νέους και τους εργαζομένους που αγωνίστηκαν για την πτώση της χούντας: «Είχαν μεγάλη ψυχή. Ηταν παλικάρια». Ο κ. Σκευοφύλαξ δεν θα ξεχάσει τη φοιτήτρια που τραυματίστηκε κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια σήμερα του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Πέπη Ρηγοπούλου. «Θα ήθελα να τη δω, να της πω... Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις». «O στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο» «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν μπορώ να έχω τα ίδια αιτήματα με τους εργοδότες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές KKE»!

«Την ημέρα εκείνη ήμουν υπηρεσία. Στον στρατό είχα δέκα μήνες. Ημουν εκπαιδευτής στο Κέντρο Τεθωρακισμένων, στο Γουδί. Τότε οι "μαυροσκούφηδες" ήταν σώμα επιλέκτων. Πήγα εθελοντικά. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, μπήκαμε επιφυλακή. "Οι κομμουνιστές καίνε την Αθήνα" μας έλεγαν και εμείς τους πιστεύαμε. Θυμάμαι στο στρατόπεδο κάποιοι είχαν ραδιοφωνάκια και ακούγαμε στα κρυφά τον σταθμό του Πολυτεχνείου. "Παλιοκουμμούνια" θα καλοπεράσετε!" λέγαμε».
Στα 20 χρόνια του ο A. Σκευοφύλαξ βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα, στην επίλεκτη ομάδα του Σώματος των Τεθωρακισμένων κατέπνιξε την εξέγερση των φοιτητών. «Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου, η ίλη μου πήρε εντολή να ετοιμαστεί για έξοδο. Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά μας άρματα, κάτι γαλλικά AMX30. Εγώ ήμουν οδηγός στο πρώτο άρμα που βγήκε στον δρόμο». Στο ίδιο άρμα βρίσκονταν ο αξιωματικός Μιχάλης Γουνελάς, ως επικεφαλής, ο ανθυπασπιστής Λάμπρος Κωνσταντέλλος, ως οδηγός εδάφους, ο λοχίας Στέλιος Εμβαλωμένος και ο Γιάννης Τίρπας.
«Στη 1.15 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου φτάσαμε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Λίγο αργότερα διασχίζαμε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του IKA, στη στάση Σόνια, σταματήσαμε γιατί ο δρόμος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγματα, φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Με διάφορες μανούβρες αριστερά - δεξιά, μπρος πίσω, άνοιξα τον δρόμο και προχωρήσαμε» θυμάται ο κ. Σκευοφύλαξ. Ο δρόμος για τα τανκς ήταν ανοιχτός πλέον προς το Πολυτεχνείο. «Οταν φτάσαμε στη διασταύρωση της λεωφ. Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, μας έδωσαν εντολή να σταματήσουμε. Εκεί, στην πλατεία Αιγύπτου, μείναμε περίπου μία ώρα. Ο κόσμος θυμάμαι ότι μας φώναζε "είμαστε αδέλφια, είμαστε αδέλφια". Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα»!
Την έξοδο των τανκς από το Γουδί θα πληροφορηθούν οι Αθηναίοι από τον εκφωνητή του Πολυτεχνείου, τον Δημήτρη Παπαχρήστο. Παρά τις παρεμβολές της ΚΥΠ, το ραδιόφωνο των εξεγερμένων φοιτητών θα μεταφέρει στους Αθηναίους τον ανατριχιαστικό συριγμό από τις ερπύστριες των τανκς. Ο εκφωνητής απευθύνει έκκληση στα «στρατευμένα νιάτα» να μη χτυπήσουν. «Δεν θα χτυπήσουν τα παιδιά,τα αδέλφια μας οι φαντάροι, το φρούριο της ελευθερίας, το μόνο μέρος της Ελλάδας που είναι ελεύθερο. Δεν έχουμε όπλα. Προτάσσουμε μόνο ανοιχτά τα στήθη μας. Λαέ της Αθήνας, όλοι μαζί το σύνθημα: λαός και στρατός μαζί. Δεν θα χτυπήσει ο στρατός!».
Με νεότερη εντολή των στρατιωτικών που κατευθύνουν την επιχείρηση «Εκκένωσις του Πολυτεχνείου» τα πέντε τανκς προωθούνται προς το Μουσείο. H ώρα της αιματοβαμμένης επέμβασης πλησιάζει. «Μας είπαν να πάμε κοντά στο Πολυτεχνείο,αλλά όχι μπροστά στην πόρτα. Αυτό κάναμε. Σταματήσαμε λίγα μέτρα πιο πέρα».Στη θέα των τανκς εκατοντάδες φοιτητές πλησιάζουν στην πύλη, ανεβαίνουν στα κάγκελα, φωνάζουν συνθήματα συναδέλφωσης.
Με διάφορους απειλητικούς ελιγμούς και μαρσαρίσματα που ακούγονται σαν κανονιές, οι οδηγοί των τανκς προσπαθούν να κάμψουν το ηθικό των φοιτητών. Ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου απευθύνει νέα έκκληση να αποφευχθεί η αιματοχυσία.«Οι φαντάροι δεν ανήκουν στη χούντα. H χούντα στηρίζεται στο μέταλλο, στηρίζεται στα τανκς, στο σίδερο. H καρδιά των φαντάρων έχει τον ίδιο παλμό με τη δικιά μας.Αγαπάτε τους φαντάρους. Ελληνικά στρατευμένα νιάτα, ο λαός δεν σας κρατάει κακία. Ξέρει ότι είστε μαζί μας».
H ώρα έχει πάει 2 το πρωί. «Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, έστριψα το άρμα προς το Πολυτεχνείο, με γυρισμένο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από τη θέση μου και εγώ και το άλλο πλήρωμα. Δεκάδες φοιτητές κρέμονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Εδειχναν πανικόβλητοι». Ο κ. Σκευοφύλαξ φέρνει στη μνήμη του τα φοβισμένα πρόσωπα των συνομηλίκων του που ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο. Χαμηλώνει το βλέμμα του. «Και εγώ, να σκεφτείς ότι τους έβλεπα σαν μαμούνια που ήθελα να τα φάω»!
Με ολοένα μεγαλύτερη ένταση και αγωνία οι φοιτητές φωνάζουν προς τους στρατιώτες «είμαστε αδέλφια, αφήστε τα άρματα», ενώ ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου καλεί το πλήθος να δείξει αυτοσυγκράτηση. «Απομονώστε τους προβοκάτορες. Δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα με το στρατό. Δεν θέλουμε να χυθεί ελληνικό αίμα». Ο Δημήτρης Παπαχρήστος ψάλλει τον εθνικό ύμνο. Το ίδιο κάνουν και οι χιλιάδες νέοι που βρίσκονται στο Πολυτεχνείο.
Ενα τέταρτο πριν από τις 3 το πρωί οι στρατιωτικοί δίνουν προθεσμία λίγων λεπτών στους φοιτητές για να αποχωρήσουν από το Πολυτεχνείο, να παραδοθούν. Κάποιοι από τους φοιτητές που θέλουν να αποχωρήσουν δοκιμάζουν να απασφαλίσουν την κεντρική πύλη. Δεν τα καταφέρνουν. Πίσω από την πύλη είναι σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο Μερτσέντες που μπλοκάρει το άνοιγμά της. Ο επικεφαλής των τεθωρακισμένων αρμάτων εκνευρίζεται. Οργισμένος φωνάζει: «Τσογλάνια,ρεζιλεύετε το στράτευμα!» και δίνει σήμα για την επέλαση του άρματος.
«Τότε ήρθε ο οδηγός εδάφους του άρματος και μου λέει: "Θα μπούμε μέσα, θα ρίξουμε την πύλη. Ετοιμάσου!"» λέει ο κ. Σκευοφύλαξ. «Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγματα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, γιατί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρματος. Δέκα εκατοστά πριν από την πόρτα, σταμάτησα. Σταμάτησα σκόπιμα. Αυτό φαίνεται στο βίντεο της εποχής. Στο φρενάρισμα, οι φοιτητές τρομαγμένοι έφυγαν προς τα πίσω. Αν έμπαινα με ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτομα που εκείνη τη στιγμή ήταν κρεμασμένα στα κάγκελα».
Λίγα λεπτά αργότερα ο A. Σκευοφύλαξ θα μαρσάρει δυνατά. Ο δυνατός προβολέας του τανκ σκοπεύει την πύλη. «H καγκελόπορτα έπεσε αμέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθμευμένο το Μερσεντές το οποίο είχαν βάλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έκανα αλοιφή. H αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου εισέβαλαν οι αστυνομικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κατέβηκα και εγώ από το άρμα και μπήκα στον χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νεκρός. Θα μπορούσε όμως και να υπάρχουν νεκροί» λέει με μοναδική ειλικρίνεια.


Στο εσωτερικό του Πολυτεχνείου επικρατεί πανδαιμόνιο. Διαφωτιστική είναι η περιγραφή που δίνει ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς στην έκθεση που συνέταξε το 1974 για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου: «Εντρομοι και εμβρόντητοι οι σπουδασταί κυριεύονται από την ενώπιον του εσχάτου κινδύνου φοβεράν αγωνίαν. Υπό την πίεσιν πλήθους ανθρώπων καταρρίπτεται τμήμα των προς την οδόν Στουρνάρη κιγκλιδωμάτων. Και διά του δημιουργηθέντος ανοίγματος εξέρχονται οι σπουδασταί κατά μάζας. Νέον, όμως, δι' αυτούς αρχίζει μαρτύριον. Υβρεις κατ' αυτών εκτοξεύονται και καταδιωκόμενοι βαναύσως κακοποιούνται».
Οπως αναφέρει ο κ. Σκευοφύλαξ, «αστυνομικοί κυνηγούσαν και χτυπούσαν τους φοιτητές όπου τους έβρισκαν. Αν δεν ήταν οι ΛΟΚατζήδες να τους σταματήσουν - θυμάμαι ότι πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια μαζί τους - δεν ξέρω και γω τι θα γινόταν». Λίγο αργότερα οι στρατιώτες σχηματίζουν έναν διάδρομο για να περάσουν ασφαλείς οι φοιτητές. Για το θέμα αυτό, στο πόρισμα Τσεβά υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά: «Εμπροσθεν μεν της πύλης του Πολυτεχνείου δημιουργείται διάδρομος υπό των στρατιωτών μέσω του οποίου διέρχονται οι εξερχόμενοι,κατευθυνόμενοι προς την οδόν Τοσίτσα, εντός δε του Πολυτεχνείου βοηθούν,προστατεύουν και εις τους ώμους των πολλούς αδυνάτους κρατούν διά να δυνηθούν να υπερπηδήσουν το υψηλόν κιγκλίδωμα. Και επεισόδια μεταξύ στρατιωτικών και αστυνομικών λαμβάνουν χώραν εν τη προσπαθεία των πρώτων να προστατεύσουν τους φοιτητάς από το διωκτικόν μένος των άλλων».
Μέσα στο Πολυτεχνείο ο A. Σκευοφύλαξ είδε πολλούς τραυματίες και ίσως, όπως λέει, και νεκρούς. «Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ήταν πολύ χτυπημένοι, θυμάμαι ότι είδα πολλούς τραυματίες, ενώ τρεις-τέσσερις ήταν σωριασμένοι κάτω, ακίνητοι. Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί. Δεν κοίταξα να δω. Κάποια στιγμή ένας φοιτητής όρμησε κατά πάνω μου και μου είπε: "Τι κατάλαβες τώρα που μπήκες;". Αφήνιασα. Εβγαλα το πιστόλι και προτάσσοντάς το γύρισα και του είπα ουρλιάζοντας: "Σκάσε, ρε κωλόπαιδο, μη σε καθαρίσω". Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή... Αν έλεγε μια κουβέντα παραπάνω, θα τον σκότωνα! Τέτοιος ήμουν. Ενας φασίστας».

Παρά τον πόνο τους, οι φοιτητές θα δείξουν μεγαλείο ψυχής απέναντι στον στρατιώτη που ισοπέδωσε το όνειρό τους. Αδιάψευστη απόδειξη, η μαρτυρία του κ. Σκευοφύλακα: «Οπως περνούσαν οι φοιτητές θυμάμαι ότι έριχναν μέσα στο τανκ πακέτα τσιγάρα και ό,τι προμήθειες είχαν μαζί τους. Οταν γυρίσαμε στο Γουδί, το άρμα έμοιαζε με περίπτερο. Οσο σκέφτομαι ότι οι φοιτητές μας έδιναν σάντουιτς και τσιγάρα, μετά απ' όσα τους κάναμε... Δεν μπορώ να το συχωρέσω αυτό το πράγμα στον εαυτό μου.Σκέφτομαι τι πήγα και έκανα!..».
Την αναγνώριση των φοιτητών για ορισμένους από τους αξιωματικούς του στρατού και τους έφεδρους στρατιώτες θα διαπιστώσει αργότερα και ο εισαγγελέας: «Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώται παρεμβαίνουν προς προστασίαν των φοιτητών. Και υπήρξε πηγαία και βαθειά η ευγνωμοσύνη πολλών εξ αυτών προς τους αγνώστους σωτήρας των, ως εις τας καταθέσεις των τούς αποκαλούν με συγκίνησιν»!
Εκατοντάδες φοιτητές καταφέρνουν να βγουν έξω από το Πολυτεχνείο, ξεχύνονται στους γύρω δρόμους, τρέχουν να φύγουν, να γλιτώσουν τη ζωή τους, καθώς γίνονται στόχος ελεύθερων σκοπευτών. «Απομακρυνόμενοι όμως του Πολυτεχνείου αγωνιώδεις τούς αναμένουν εκπλήξεις. Από παντού τους καταδιώκουν και τους χτυπούν. Εις την γωνίαν των οδών Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας άνδρες της ΚΥΠ εν πολιτική περιβολή τους χτυπούν ανηλεώς και πυροβολούν κατ' αυτών, ενώ εις την ταράτσαν ενός των αυτόθι κτιρίων έχουν εγκαταστήσει πολυβόλον. Εις τας ταράτσας των γύρω κτιρίων επισημαίνονται ελεύθεροι σκοπευταί υπό του ιδίου Διευθυντού της Αστυνομίας να επιτελούν το φονικόν έργον των»!
Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνεται στην ίδια έκθεση, «ομάδες τραμπούκων και επικινδύνων τρωκτικών της γαλήνης του τόπου εκδηλώνουν το εγκληματικόν μένος των κατά των ατυχών σπουδαστών που κατά μάζας εξέρχονται του Πολυτεχνείου». Οι τραμπούκοι είναι άνδρες της ΕΣΑ, οι οποίοι δεν διστάζουν, μάλιστα, να κακοποιήσουν ακόμη και πανεπιστημιακό γιατρό, ο οποίος, μαζί με τη σύζυγό του, είχε σπεύσει να βοηθήσει τους ανυπεράσπιστους φοιτητές.
Στη συμβολή των οδών Πατησίων και Στουρνάρη «άνδρες εν πολιτική περιβολή,κραδαίνοντες ρόπαλα, εξήλθον από ομάδα αυτόθι ευρισκομένων αστυνομικών και εκακοποίησαν σεβάσμιον καθηγητή Πανεπιστημίου, την σύζυγόν του και νεαρόν σπουδαστήν, διότι εξήρχοντο του Πολυτεχνείου, ένθα ο καθηγητής-ιατρός και η σύζυγός του είχον μεταβή προς εκπλήρωσιν του ανθρωπιστικού και ιατρικού των καθήκοντος. Και οι ροπαλοφόροι ούτοι ήσαν άνδρες της ΕΣΑ εν πολιτική περιβολή.Εις το πανδαιμόνιον τούτο της εξόδου των φωνών, των κραυγών, των οιμωγών, των καταδιώξεων και των πυροβολισμών έπεσαν οι περισσότεροι εκ του πλήθους των τραυματιών».
Οταν επέστρεψε στο Γουδί, στη βάση των Τεθωρακισμένων, ο κ. Σκευοφύλαξ έγινε δεκτός με ζητωκραυγές. Ηταν το τιμώμενο πρόσωπο. «Οταν γυρίσαμε στο στρατόπεδο, έγινα ήρωας. Οι στρατιωτικοί μου έδιναν συγχαρητήρια. Τότε αισθανόμουν ότι ήμουν κάποιος, ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, τα "παλιοκουμμούνια", όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Ενιωθα περήφανος. Ημουν και εγώ φασίστας».
Οκτώ ημέρες αργότερα, κάτι θα σπάσει μέσα του. Το φρόνημά του θα κλονισθεί, όταν θα δει τον «εθνοσωτήρα» να καθαιρείται και να περιφρονείται από τους συνοδοιπόρους του, αυτούς που πιο πριν ορκίζονταν στο όνομά του. «Την επόμενη εβδομάδα έγινε η στάση του Ιωαννίδη. Ημουν πάλι σε επιφυλακή. Μας πάνε στο ΓΕΣ.Στο προαύλιο λάβαμε θέσεις. Δεν ξέραμε γιατί πήγαμε εκεί. Δεν μας είπαν. Γυρνώντας στο Γουδί μάθαμε ότι "έριξαν" τον Παπαδόπουλο» αναφέρει ο κ. Σκευοφύλαξ. «Τότε μέσα μου κάτι άλλαξε. Αυτοί που τον παρουσίαζαν σαν θεό, τώρα τον έβριζαν. Δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό. "Μα είναι τόσο πουλημένοι όλοι τους;"αναρωτήθηκα. Αυτοί πάνε όπου φυσάει ο βοριάς. "Πουλημένα τομάρια" είπα μέσα μου. Θυμάμαι ότι ο Μιχάλης Γουνελάς παρέδωσε τα γαλόνια του στους άνδρες της ΕΣΑ, που ήρθαν στο Κέντρο και τον συνέλαβαν».
Με τη Μεταπολίτευση ο στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ θα βρεθεί στα σύνορα. «Ο Καραμανλής είχε πει "τα άρματα στα σύνορα". Ηταν τα γεγονότα της Κύπρου.Πήγαμε Αλεξανδρούπολη. Μετά από έξι μήνες πήρα άδεια. Αντί να απολυθώ στους 22 μήνες, έφτασα στους 30. Εφεδρεία στην εφεδρεία. Οταν απολύθηκα, όλα είχαν αλλάξει μέσα μου».
Στη Δυτική Αθήνα, όπου κατοικούσε με τους γονείς και τα δύο αδέλφια του, θα αναζητήσει δουλειά. «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εκανα όποια δουλειά μπορείς να φανταστείς. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν μπορώ να έχω τα ίδια αιτήματα με τους εργοδότες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές,ψήφισα δύο φορές KKE»!
Ολα αυτά τα χρόνια ο κ. Σκευοφύλαξ θα κάνει μια ήρεμη ζωή. Σπίτι - δουλειά, δουλειά - σπίτι. Ποτέ δεν θα μιλήσει για το Πολυτεχνείο. Δεν θα αισθανθεί να τον ενοχλούν. Μόνο μία φορά το επώνυμό του τον έφερε σε δύσκολη θέση. «Στη δουλειά πριν από χρόνια κάποιος άκουσε πώς με λένε και ρώτησε αν έχω κάποια σχέση με τον "πορτάκια", όπως είπε, του Πολυτεχνείου. "Ξάδελφός μου είναι, μακρινός. Σκοτώθηκε σε τροχαίο" απάντησα. Είμαι ένα άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρονών. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο! Οι φίλοι μου δεν ξέρουν ποιος είμαι ούτε κανείς στη γειτονιά. Μόνο η γυναίκα μου το ξέρει. Της το είπα ύστερα από χρόνια. Στα παιδιά μου δεν το είπα ακόμη».
1973-2003. Με μια αυτοκριτική διάθεση που σπανίζει, ο κ. Σκευοφύλαξ δεν θα διστάσει να πει: «Ντρέπομαι γι' αυτό που ήμουν, γι' αυτό που έκανα. Στη θέση μου θα μπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήμουν άλλωστε. Δεν με απαλλάσσει όμως αυτό. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου».
Για τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στη χούντα, ο κ. Σκευοφύλαξ θα μιλήσει με κολακευτικά λόγια. «Είχαν μεγάλη ψυχή. Ηταν παλικάρια. Δεν ξέρω αν έχει νόημα,αλλά θα ήθελα να τους πω μια μεγάλη συγγνώμη». Ο οδηγός του τανκ που μπήκε στο Πολυτεχνείο δεν θα ξεχάσει τη νεαρή φοιτήτρια που τραυματίστηκε σοβαρά κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια - σήμερα - του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Πέπη Ρηγοπούλου. «Πιστεύω ότι αν τη δω σήμερα, δεν θα ξέρω τι να της πω. Πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια πέρασε από το μυαλό μου να τη συναντήσω, αλλά σταματούσα. Θα ήθελα να τη δω, να της πω... Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις».

σχετικά με την κρίση [τη λένε οικονομική..]


Από τον Αντονιόνι στο Fight Club  [απόσπασμα απ’ το Deptocracy, εκδ. Λιβάνη]

      Μεσημέρι Αυγούστου στη Γουόλ Στριτ.  Ένας ελαφρώς αχτένιστος νεαρός,  γύρω στα τριάντα, παρατηρεί το κτίριο του χρηματιστηρίου. Λίγες μέρες αργότερα θα γράψει τις παρακάτω γραμμές στο σημειωματάριό του: «Κάτω από τη Γουόλ Στριτ υπάρχει ένας σταθμός του μετρό και αν κάποιος τον γέμιζε με δυναμίτη και τον ανατίναζε, τότε το μικρό δρομάκι θα πήγαινε στο διάολο. Θα έβλεπες να πετάνε στον αέρα όλα τα βιβλία των συναλλαγών, οι τίτλοι ιδιοκτησίας, οι μετοχές  και τα στοιχεία του ξένου χρέους». Ο νεαρός της ιστορίας μας άκουγε στο όνομα Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόφσκι
και είχε μόλις φτάσει στη Νέα Υόρκη σε ένα από τα τελευταία ταξίδια της ζωής του – πέντε χρόνια πριν ακουμπήσει την κάννη του όπλου του στον κρόταφό του και τραβήξει τη σκανδάλη.
    To «όραμά» του ίσως να θυμίσει σε ορισμένους την ταινία V for Vendettaa και την προσπάθεια του Βρετανού καθολικού Γκάι Φοκς να τινάξει στον αέρα το βρετανικό κοινοβούλιο με τη Συνωμοσία της Πυρίτιδας, στις 5 Νοεμβρίου του 1605 («Remember, Remember the 5th of November»). Οι ελαφρώς παλαιότεροι ίσως να το συνδέσουν με την τελευταία σκηνή του Fight Club, όταν οι ήρωες ανατινάζουν σύμβολα του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
    Αυτό όμως που ούτε ο Μαγιακόφσκι ούτε ο σκηνοθέτης του Fight Club φάνηκε να συνειδητοποιούν είναι ότι οι πιο ηχηρές εκρήξεις που ακούγονται στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δεν προκαλούνται από μεγάλες ποσότητες δυναμίτη,  αλλά από το σκάσιμο κάποιας φούσκας.  Όπως αυτή που έσκασε τον Οκτώβριο του 1929 στη Γουόλ Στριτ ή το Σεπτέμβριο του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers. Ο μεγάλος Ρώσος ποιητής, όπως και οι Αμερικάνοι δημιουργοί του Fight Clubb ονειρεύονταν
τις εκρήξεις τους,  όταν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα έδειχνε να σφύζει από δυναμισμό και ενεργητικότητα.  Όταν,  δηλαδή,  η φούσκα μεγάλωνε αθόρυβα επιτρέποντας στους θιασώτες του συστήματος να μιλούν για το «τέλος της ιστορίας» και να ονειρεύονται την απόλυτη κυριαρχία τους έναντι των πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών τους αντιπάλων.
     Ίσως,  λοιπόν, η κινηματογραφική έκρηξη που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημερινή εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας να ανήκει στον Μικελάντζελο Αντονιόνι και την ταινία του Zabriskie Pointt. Μια γιγαντιαία μπάλα φωτιάς καταπίνει ένα ολόκληρο σπίτι και τινάζει στον αέρα τα μικροαστικά όνειρα της μεταπολεμικής γενιάς των baby boomers. Ψυγεία, πλυντήρια και καρέκλες πραγματοποιούν τον τελευταίο τους χορό στον αέρα πριν συνθλιβούν στο έδαφος.  Γυρισμένη το 1970, η ταινία αποτυπώνει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το τέλος μιας εποχής συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης,
υψηλών εισοδημάτων και αυξανόμενης ζήτησης που ακολούθησε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Για ειρωνεία της τύχης, η ταινία είχε την ίδια μοίρα με το οικονομικό σύστημα που κατέκρινε – χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη εμπορική αποτυχία στην ιστορία του κινηματογράφου.)





τρόποι αντιμετώπισης : 


1. να την αγνοήσεις [αν μπορείς..]




2. να την καταλάβεις [όσο μπορείς]


3.α) να την αλλάξεις [θες;]


3.β) κι αν φας τα μούτρα σου;


Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα

έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.


Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
καρφώσατε σ'εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσή σας ασφαλής: θα πέσει η πόλις.
                                                          μ. αναγνωστάκης




Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

ο εθνικός μας ύμνος πάντα εμπνέει..

"απ' τα κόκαλα βγαλμένα" : βιβλίο-ταινία


ένας ειδικευόμενος ορθοπεδικός, μια ορθοπεδική κλινική,οστά,νάρθηκες,η ελλάδα στο γύψο, η ελευθερία με πολλαπλά κατάγματα..  


στους τίτλους έναρξης της ταινίας ακούγεται η αυθεντική εκδοχή του Ύμνου του Σολωμού που μελοποίησε ο Ν. Μάντζαρος,
ενώ στους τίτλους τέλους η διασκευή απ' το συγκρότημα Burger Project :
πότε ο εθνικός ύμνος γίνεται "i will survive '' και πότε μουσική γουέστερν..


δείτε την ταινία στο vimeo

Ένα ξεκαρδιστικό μυθιστόρημα

Η ταινία “Απ’ τα Κόκαλα Βγαλμένα” βασίζεται σε αληθινά γεγονότα τα οποία κατέγραψε ο Γιώργος Δενδρινός στο ομώνυμο βιβλίο του
                                                    
Για κάποιον λόγο που απαιτεί κοινωνιολογική ανάλυση, η ελληνική πεζογραφία κατά κανόνα αποφεύγει να ασχολείται με όλα όσα συμβαίνουν τριγύρω μας. Το γιατί, δύσκολα μπορούμε να το κατανοήσουμε καθώς απ’ όλα διαθέτει η οικονομικοπολιτική μας ζωή: και σεξουαλικά σκάνδαλα και οικονομικές ατασθαλίες, και διαπλοκές και κουμπαριές, και εκτόξευση άχρηστων στην κοινωνική κορυφή και ξαφνικές, βροντώδεις κατρακύλες – όλα όσα μ’ άλλα λόγια θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν μια συναρπαστικότατη πλοκή. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, το μυθιστόρημα του Γιώργου Δενδρινού «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» (Κέδρος, σελ. 387) είναι αξιοπρόσεκτο: Διότι όντας ξεκαρδιστικό, αναλαμβάνει ταυτόχρονα να απεικονίσει αυτό που όλοι μας γνωρίζουμε, κι άλλοτε κάνουμε πως δεν το βλέπουμε, άλλοτε παριστάνουμε πως δεν μας πειράζει, άλλοτε πάλι γκρινιάζουμε κι άλλοτε βλαστημάμε: καταπιάνεται με την εξεικόνιση της νοσοκομειακής πραγματικότητας στον χώρο της δημόσιας υγείας.
Αυτοβιογραφικής εμπνεύσεως πεζογράφος, ο ορθοπεδικός χειρουργός Γιώργος Δενδρινός χρησιμοποιεί στο τρίτο βιβλίο του «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα», μια τεχνική συμπύκνωσης του εξωφρενικού και του παράδοξου εξιστορώντας τα αναρίθμητα κωμικοτραγικά περιστατικά με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος ο ειδικευόμενος στο ΕΣΥ ήρωάς του. Φέρνει έτσι στο προσκήνιο ολόκληρο τον νοσοκομειακό πληθυσμό – τους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τους καθαριστές, τους τραπεζοκόμους, τους τραυματιοφορείς, τους διοικητικούς υπαλλήλους, και βέβαια όλων των ειδών τους ασθενείς, περιγράφοντας τις αντίξοες συνθήκες της διαβίωσής τους: κοσμοσυρροή, ράντζα, αϋπνία, σαραβαλιασμένα έπιπλα, βρώμικοι τοίχοι, ξεχαρβαλωμένες τουαλέτες, κακοφορμισμένες πληγές, σταφυλόκοκκοι, εντερόκοκκοι, σηπτικές αρθρίτιδες, και παντού υπολείμματα τροφών, γόπες και σκουπίδια. Από τον μαγευτικό έτσι «χλωρό παράδεισο» του παιδικού και εφηβικού του Χαλανδρίου, ο καλόγνωμος, καλοπροαίρετος και ταυτόχρονα σαρκαστικός και αυτοσαρκαστικός αφηγητής του προηγούμενου μυθιστορήματος «Σάμαλι και κωκ» (2005) θα βρεθεί στην ανεκδιήγητη «αυλή των θαυμάτων» των ελληνικών δημόσιων νοσοκομείων. Και εκεί θα φιλοτεχνήσει έναν απίστευτο πίνακα με ακρωτηριασμένα ανθρώπινα μέλη να περιφέρονται αδέσποτα πάνω σε φορεία, με χειρουργημένους που αποχωρούν έχοντας οι καψεροί δύο αριστερά πόδια, με χειρουργούς που δεν τους εμπιστεύεσαι ούτε για ένεση, και ασφαλώς, με εκβιασμούς, μαύρα χρήματα και φακελάκια. Παραδόξως, ο πίνακας που φιλοτεχνεί ο Δενδρινός δεν είναι ούτε τρομακτικός ούτε αποκρουστικός. Και όχι μόνον, γιατί από μέσα του ξεχειλίζει όπως είπα το χιούμορ, αλλά και διότι στο βάθος αυτής της έντεχνης σύνθεσης κατοικούν ορισμένες παρηγορητικές μορφές που εξανθρωπίζουν το νοσοκομειακό περιβάλλον, όπως ο τόσο ελληνικός παπα-Ελικόπτερος που ανεβοκατεβαίνει τρέχοντας τους νοσοκομειακούς ορόφους για να προλάβει να μεταλάβει τους ετοιμοθάνατους, η μητρική τραπεζοκόμος που με στοργική φροντίδα γνοιάζεται τους γιατρούς σαν να ‘τανε παιδιά της, κάποιοι συνοδοί ή ασθενείς που επιδεικνύουν συγκινητική αυταπάρνηση, κι ακόμα κάποιοι απ’ τους γιατρούς που δεν σταματούν να παλεύουν – κι έτσι εξηγείται βέβαια που δεν θρηνούμε διαρκώς θύματα. Στο τέλος, πάντως, η διακωμώδηση του Δενδρινού θα παραχωρήσει τη θέση της σε κάποιες θερμότερες εσωτερικές διαθέσεις. Οπως όλοι οι γιατροί έτσι και ο ήρωας του έργου αυτού είναι ένας αδιαπέραστος επαγγελματίας που με αδιάφορη ψυχρότητα κόβει και ράβει σάρκες. Κύριο θέμα του άλλωστε δεν είναι το ανθρώπινο σώμα που πάσχει αλλά το κοινωνικό σώμα που νοσεί. Κάποια όμως στιγμή μέχρι κι αυτός κουράζεται, και με τον τρόπο αυτό εγκαθίσταται στο μυθιστόρημα η μελαγχολία και το φάσμα του θανάτου.
Η σταδιακή εξέλιξη του αφηγητή από άπειρο μαθητευόμενο σε έμπειρο επαγγελματία και η προοδευτική του μεταμόρφωση από αφελή νεαρό που εκπλήσσεται σε ώριμο άντρα που πραγματοποιεί τον στοχαστικό απολογισμό της ζωής του, εμποδίζουν το μυθιστόρημα να μετατραπεί σε εύπεπτη ευθυμογραφική ηθογραφία. Με αποτέλεσμα, η λειτουργία του να μεταμορφώνει και το αναγνωστικό βλέμμα – γεγονός που μπορείτε να το ελέγξετε κι εσείς οι ίδιοι μοναχοί σας: Πηγαίνετε μετά την ανάγνωση σε οποιοδήποτε δημόσιο νοσοκομείο, κι αμέσως θα αισθανθείτε οικεία νιώθοντας πως κατανοείτε πολύ καλύτερα το καταθλιπτικό πλήθος που συνήθως συνωστίζεται στις αίθουσες και τους διαδρόμους. Διότι θα έχετε παρακολουθήσει τον κόσμο αυτό από κοντά και θα τον έχετε γνωρίσει από μέσα. Θα τον αντιμετωπίσετε επομένως με μια διαφορετική ματιά, με μια διάθεση ας πούμε αποδοχής, με μια οπτική μεγαλύτερης ανοχής και χιούμορ. Διότι ο αφηγητής του Δενδρινού θα σας έχει δανείσει το οξύ, σαρκαστικό, και ταυτόχρονα ανεκτικό και θωπευτικό του βλέμμα. Τι ευγενέστερο και δραστικότερο θα μπορούσε να ευχηθεί κανείς απ’ την πλευρά της λογοτεχνίας;
Της Eλισαβετ Kοτζια.
Καθημερινή, 15 Ιουνίου 2008