Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

να τα πούμε; [πέστε τα..]

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.
                τάσος λειβαδίτης



ευγένιος τριβιζάς: ένα δέντρο, μια φορά


χορταστικό αφιέρωμα της ''καθημερινής'' στους μήνες δεκέμβριο και ιανουάριο

παράσταση του εθνικού θεάτρου : το παλτό(ν. γκόγκολ)

Το παιδί με τα σπίρτα

Το παιδί της μεγάλωσε.
Έκλεισε σήμερα τα έξι χρόνια.
Το χτένισε όμορφα.
Δε θα ‘χει πια ανάγκη.
Περνά και το βλέπει.
Στη γωνιά της πλατείας
στέκει σαν άντρας.
Απ’ τα πέντε κουτιά τα σπίρτα
έχει κιόλας
πουλήσει τέσσερα. – Παίζει ο χειμώνας
στα δέκα του δάχτυλα.
Έγινε νύχτα.
Κοιτάζει η μητέρα του δεξιά της, ζερβά της,
απάνω και κάτω. Σκοτάδι:
“Ας μπορούσεν ανάβοντας το παιδί  μου ένα σπίρτο
        να φωτίσει τον κόσμο”.

                                       νικηφόρος βρεττάκος



Το τραγούδι του Αντρέα            

Πρωτοχρονιά παραμονή
-σε βλέπω που κοιμάσαι
στου ονείρου σου τη μουσική
ευτυχισμένος νά 'σαι.
Τον ύπνο σου ζεσταίνουνε
-κι ας είναι η νύχτα κρύα
τα δώρα που σε καρτερούν από την Καισαρεία.

Για σένα ο κόσμος κι ο καιρός
δεν λιώνουν σαν τους πάγους.
Έχεις Χριστό και Παναγιά,
αστέρι και τρεις μάγους.
Έχεις το ψέμα της γιορτής
και τη φωτιά της νιότης.
Πρίγκηπας είσαι και φτωχός,
προσκυνητής και ιππότης.

Πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;
Σε ποιόν το γράμμα σου θα στείλεις
για να ζητήσεις τα παιχνίδια που αγαπάς.
Όταν μονάχος σου στη γη θα περπατάς
παντού κλεισμένες πόρτες πόρτες θα χτυπάς.
Χρήμα και χρόνο πάντα θα χρωστάς
κι αγάπη δανεική θα οφείλεις
πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;

Πρωτοχρονιά παραμονή
-ακόμα ένας χρόνος.
Άλλο ένα βήμα στα τυφλά,
ένας ακόμα πόνος.
Θά`ρθουν πολλά κι άλλα πολλά
ατέλειωτη θητεία
ταξίδι ωραίο η ζωή
σπουδή και μαθητεία.

Να το θυμάσαι, είσαι παιδί
κι αν θες παιδί να μείνεις
κρύψε στη μέσα σου ψυχή
πίσω σου όσα αφήνεις.
Για να τα βρεις έναν καιρό
μπροστά σου φωτισμένα
και μες στης μνήμης τον σωρό
να θυμηθείς κι εμένα.

                                        γιώργος ανδρέου



Χριστούγεννα
Αντέχονται βέβαια σχεδόν όλες οι δοκιμασίες,
αυτό δα έλειπε, από τέτοιες περιπέτειες
να μη βγαίνεις ζωντανός, κι ίσως στο τέλος πάλι ολόρθος.

Όμως να, θα 'ρθουνε πάλι Χριστούγεννα και φέτος
ταψιά, χαμόγελα, βιτρίνες, επισκέψεις, έλατα φορτωμένα...
(πέρσι σου αρνήθηκα ένα στολισμένο δέντρο,
αρνήθηκα τα κάλαντά σου, μπαχτσίσι σού αρνήθηκα)

Δεν υπάρχουν Χριστούγεννα. Τα παιδιά με τα τριγωνάκια
φέτος πεθαίνουν∙ οι μάνες φουρνίζουν μπακλαβάδες
δηλητήριο∙ παππούδες τής παράδοσης χαρίζουνε στα εγγόνια
πληρωμένους δολοφόνους∙ ως και η θάλασσα κοχλάζει –τέτοιον καιρό.

Πέρσι φαινότανε ρουτίνα, φέτο κατάληξε κραυγή∙
όλα εδώ πληρώνονται, κι οι αρνήσεις στα μπαχτσίσια και στα κάλαντα.
                                    γιάννης καρατζόγλου


Χριστούγεννα...
Δεν περιμένω όμως τίποτα πια
Τον Αϊ Βασίλη απλώς τον λέγαν μπαμπά
Κι είν' ένας πρώην Έλλην αριστερός
Ένας θνητός
Με τ' όνειρό του δίχως στέγη καμιά
Και το ανοιξιάτικο κορίτσι – μαμά
Πλακώνεται απ' τη συνταγή την παλιά
Οι μυρωδιές μυρίζουν κάτι βαρύ
Κάποια πληγή
Που απλώς δεν θέλουμε ν' ανοίξει ξανά
Χριστούγεννα...




από το βλέμμα του ''οδυσσέα''


    Καλέ μου φίλε σου γράφω για να παρηγορηθώ
                και εξ αιτίας της απόστασής μας, τρελά θα εξηγηθώ.
             Μα από τότε που λείπεις, παρατήρησα ξανά
                                           πως ο γέρο-χρόνος έφυγε μα κάτι ακόμα εδώ δεν προχωρά..




Τα γόνατά μου κάνουν χρίτσι χρίτσι.
Μεγαλώνω.
Το χάνω κάθε χρόνο το παιχνίδι
με το χρόνο...
ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα;;;;;



κι όποιος είπε και του χρόνου,
θα εννοεί πως δεν τελειώσαμε φέτος,
ευτυχές και στο χέρι μας το νέο έτος...




Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

retro for ever ! (πινακοθήκη αειθαλών ασμάτων)

''σπουδή στην απουσία'' [1] :


Πού να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που είμαι μόνος, μα τόσο μόνος
και που μαζί μου παίζουν κρυφτό
πότε η πλήξη και πότε ο πόνος...

Πού να 'σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που με χτυπάει τ' άγριο τ' αγέρι
να 'ρθεις και μ' ένα φιλί καυτό
να με γεμίσεις με καλοκαίρι

Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ..



''σπουδή στην απουσία'' [2]:


Μπορεί να σ' έφερε τ'αγέρι τις μαργαρίτες που μαδά
Μπορεί να σ' έφερε το κύμα στην αμμουδιά που τραγουδά
Μπορεί να σ' έφερε η χαρά, μπορεί να σ' έφερε η λύπη
μα ειν' αργά,πολύ αργά να μου ξυπνήσεις καρδιοχτύπι...



''απολογία ενώπιον μαρτύρων'' :


Ζητάτε να σας πω
τον πρώτο μου σκοπό
τα περασμένα μου γινάτια
ζητάτε είδα μάτια
με σκίζετε κομμάτια...

Σε μια παλιά πληγή
που ακόμα αιμορραγεί
μη μου γυρνάτε το μαχαίρι
αφού ο καθένας ξέρει
τι πόνο θα μου φέρει

Είναι πολύ σκληρό
να σου ζητούν να τραγουδήσεις
έναν παλιό σκοπό
που προσπαθείς να λησμονήσεις

Στο γλέντι σας αυτό
δε θα  τανε σωστό
αντί για άλλο πιοτό
να πιω εγώ φαρμάκι
μ' ένα τέτοιο τραγουδάκι

Γελάτε ειρωνικά
και λέτε μυστικά
ίσως με κάποια καταφρόνια
μια και περάσαν χρόνια
εσύ τι κλαις αιώνια

Γιατί βαρυγκωμείς
δεν είδαμε και μεις
μια ομορφιά σ' αυτή τη ζήση
δεν πήραμε απ' τη φύση
καρδιά για ν' αγαπήσει

Αχ, δεν είν' οι καρδιές
όλες το ίδιο καμωμένες
ούτε κι οι ομορφιές
στον κόσμο δίκαια μοιρασμένες

Και μες στη συντροφιά
σε κάθε ρουφηξιά
ξεχνώ μιαν ομορφιά
που γέμιζε μεράκι
το παλιό μου τραγουδάκι





''ήρθε για να μείνει'' 
          ή ''προσοχή εύθραυστον'' :


Πολλές αγάπες γνώρισα,
αγάπησα και χώρισα,
μα όπου κι αν γυρνούσα,
εσένα ζητούσα...

Στα όνειρα τα χίλια μου,
σε γύρευαν τα χείλια μου,
σε γύρευε η ψυχή μου,
κι οι πόθοι οι κρυφοί μου...
 




''πρωί,μεσημέρι,απόγευμα,βράδυ και πάλι πρωί..'' :
(όπως το φιλμ ''άνοιξη,καλοκαίρι,φθινόπωρο,χειμώνας και άνοιξη'')


Ξεκινήσαμε πρωί
κι είναι μεσημέρι
άσ' το το χεράκι σου...
να σου το κρατώ..


Θά 'ρθει και το δειλινό
με το πρώτο αστέρι
ξεκινήσαμε πρωί
κι είναι μεσημέρι

Έχουμ' ως τ' απόγευμα
δρόμο αρκετό
τίποτ' άλλο αγάπη μου
τώρα δεν ζητώ

Ας το το χεράκι σου
το μικρό σου χέρι
άσ' το το χεράκι σου
να σου το κρατώ

Τώρα που νυχτώσαμε
σφίξε μου το χέρι
τώρα ακόμα πιο πολύ
το αναζητώ

Χάθηκε στα σύννεφα
το μικρό τ' αστέρι
τώρα που νυχτώσαμε
σφίξε μου το χέρι

Μη σε νοιάζει που το φως
είναι λιγοστό
και περπάτα δίπλα μου
όπως περπατώ




'' just:στάσου μύγδαλα...''




''θρησκευτικός παροξυσμός'':
ένα πρωινό, η Παναγιά μου..






''μελό-μελό-μελό , πιο μελό δεν πάει..'':


μη μου μιλάς γι' αγάπη,
σαν κλαίνε τα πουλιά...


ΕΠΙΜΥΘΙΟ:
''ο γλάρος και η βάρκα'',
''το γεράνι κι η πεταλούδα'',
''το φεγγάρι κι η λεύκα'' :

Μια βάρκα ήταν μόνη της σε θάλασσα γαλάζια
κι ήτανε κι ένας γλάρος με ολόλευκα φτερά
κι όλο την κοντοζύγωνε για να της κάνει νάζια
και τις φτερούγες του έβρεχε στα γαλανά νερά

Και ζήλεψα τη βάρκα τη μικρή τη χιονάτη
που της φιλούσε ο γλάρος το κατάλευκο πανί
Και νοιώθω σαν βαρκούλα στα γαλάζια τα πλάτη
που όλο περιμένει κάποιο γλάρο να φανεί

Ένα γεράνι κόκκινο λουλούδισε στη γλάστρα
κι ήρθε μια πεταλούδα που πετούσε σαν τρελή
Και ποιος να ξέρει άραγε τι του 'πε η ξελογιάστρα
και κείνο εκοκκίνισε ακόμα πιο πολύ

Και όλο συλλογιέμαι τα φτερά τ' ανοιγμένα
αλλά το τι να είπαν δεν το βρίσκω, ομολογώ
Ποιος άραγε το ξέρει να το πει και σε μένα
Ας τ' άκουγα από σένα κι ας κοκκίνιζα και 'γω

Χθες το φεγγάρι ασήμωσε της λεύκας μας τα φύλλα
που στέκονταν ακίνητη εκεί στην ερημιά
κι όταν ο Μπάτης φύσηξε της ήρθε ανατριχίλα

κι αμέσως τρεμουλιάσανε τα φύλλα τα ασημιά.