Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

θέμα: εργασία, εναλλακτική προσέγγιση - σύνδεση με κοινωνιολογία γ'

Εκκίνηση από Κοινωνιολογία Γ' Λυκείου,

 Κεφ. 6, "Εργασία, ανεργία και κοινωνικές ανισότητες":

"Ο καπιταλισμός υπήρξε από την αρχή ένα γιγάντιο εργαστήριο πειραματισμού για την αύξηση της παραγωγικότητας. Ερευνητές (μηχανικοί της εποχής) όπως ο Τέιλορ προσπάθησαν να κάνουν τις ομάδες των εργαζομένων να δουλέψουν όσο γίνεται πιο γρήγορα και πιο αποδοτικά, με αποτέλεσμα να επινοηθούν διαφορετικές κατά καιρούς τεχνικές οργάνωσης της εργασίας.Ο Τέιλορ (F.W Taylor, 1856-1915) προτείνει την ορθολογικοποίηση των εργασιών στα εργοστάσια της Αμερικής, κατανέμοντας την εργασία:
• οριζόντια, έτσι ώστε κάθε εργάτης να εκτελεί μέρος της συνολικής εργασίας,
• κάθετα, έτσι ώστε να διαχωρίζεται η σύλληψη της οργάνωσης της εργασίας από την εκτέλεσή της.
Επειδή οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να κάνουν οι ίδιοι την επιστημονική ανάλυση της εργασίας τους, το συγκεκριμένο έργο ανατίθεται στους ειδικούς. Έτσι, οι εργάτες γίνονται πιο αποτελεσματικοί αφού μπορούν να περιοριστούν στην επανάληψη μερικών απλών κινήσεων. Στον Τέιλορ ανήκει η φράση «ο σωστός άνθρωπος στη σωστή θέση».
Ο Φορντ (H. Ford, 1863-1947) ακολουθώντας τα βήματα του Τέιλορ, προσθέτει στην οργάνωση της εργασίας το σύστημα της σειράς συναρμολόγησης. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο εργαζόμενος εκτελεί μια μηχανοποιημένη εργασία. Δεν είναι δηλαδή οι εργάτες που μετακινούνται στο χώρο δουλειάς εκτελώντας συγκεκριμένες εργασίες, αλλά τα κομμάτια που πρόκειται να συναρμολογηθούν τα οποία μεταφέρονται μπροστά στον εργαζόμενο.

«"Σεις δεν έχετε ανάγκη να σκέπτεστε. Υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που πληρώνονται γι' αυτό" είπε ο Τέιλορ (F.W Taylor), ο Αμερικανός από τη Μασαχουσέτη σε έναν εργάτη που δεν υπάκουσε στις προσταγές του. Ο Τέιλορ άρχισε τη σταδιοδρομία του ως μαθητευόμενος μηχανικός και στη συνέχεια ως εργοδηγός σε ένα μικρό εργοστάσιο της Φιλαδέλφειας. Το 1883, σε ηλικία μόλις 27 ετών, έγινε μηχανικός στα γνωστά χαλυβουργεία της περιοχής (Bethlehem Steel Co) και ποτέ δεν ξέχασε τις πρώτες εμπειρίες του στη δουλειά και τις συγκρούσεις μεταξύ των εργατών και των στελεχών της επιχείρησης όπου εργαζόταν. Συχνά ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι θεωρούσε τον άνθρωπο μηχανή και ό,τι καινοτόμο πρότεινε ήταν προς όφελος της επιχείρησης. Η συμβολή του συνοψίζεται στο ότι όλα οργανώνονται, προβλέπονται και σχεδιάζονται με στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους» (Α. Ριντό, 1982:26).

Η φάμπρικα δε σταματά,
δουλεύει νύχτα μέρα
και πώς τον λεν το διπλανό
και τον τρελό τον Ιταλό
να τους ρωτήσω δε μπορώ
κι ούτε να πάρω αέρα.

Δουλεύω μπρος στη μηχανή
στη βάρδια δύο-δέκα
και από τη πρώτη τη στιγμή
μου στείλανε τον ελεγκτή
να μου πετάξει στο αυτί
δυο λόγια νέτα σκέτα.
Άκουσε, φίλε εμιγκρέ,
ο χρόνος είναι χρήμα.
Με τους εργάτες μη μιλάς,
την ώρα σου να τη κρατάς,
το γιο σου μη τον λησμονάς,
πεινάει κι είναι κρίμα.

Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός
ξεχνάω τη γενιά μου.
Είμαι το νούμερο οκτώ,
με ξέρουν όλοι με αυτό
και το κρατάω μυστικό
ποιο είναι το όνομά μου.
                      στίχοι Γ. Σκούρτη, μουσική Γ. Μαρκόπουλου

Οι κοινωνικοί επιστήμονες της δεκαετίας του 1930 άσκησαν κριτική στον τεϊλορισμό, αφού η ανία και η επανάληψη των κινήσεων απομόνωσαν τον εργαζόμενο και καθιστούσαν τον ίδιο ένα εξάρτημα της μηχανής (αλλοτρίωση) και την εργασία του μονότονη. Ισχυρίστηκαν, όπως ο Ε. Μάγιο (E. Mayo, 1880-1949), ο οποίος πραγματοποίησε πειράματα σε ομάδες εργαζομένων, ότι η αύξηση της παραγωγικότητας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με την εντατικοποίηση και την επανάληψη των κινήσεων αλλά με τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Συγκεκριμένα, τα πειράματα του Μάγιο έδειξαν ότι η βελτίωση της παραγωγικότητας πραγματοποιείται όταν οι εργαζόμενοι έχουν την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια ομάδα, όταν υπάρχουν καλές σχέσεις μεταξύ των μελών της ομάδας, όταν αισθάνονται ότι η γνώμη και τα συναισθήματά τους έχουν αξία για την επιχείρηση. Οι έρευνες του Μάγιο σηματοδότησαν την απαρχή του θεωρητικού μοντέλου των «ανθρώπινων σχέσεων» στο εργασιακό περιβάλλον. Με αφορμή το πείραμα του Μάγιο ξεκίνησε μια δριμεία κριτική στο τεϊλορικόφορντικό σύστημα οργάνωσης της



Αναζήτηση χαρακτηριστικών σύγχρονης εργασίας σε βίντεο:

1. στους κλασικούς και διαχρονικούς "Μοντέρνους καιρούς'' του Τσάπλιν, 1936

παρουσίαση ταινίας

2. σε ένα σύγχρονο animation


3. σε ένα ντοκιμαντέρ

4. στην ταινία Fair play ,2006 του Λάιονελ Μπαϊλιού

   Όταν η φιλοδοξία, η ζήλια και η απληστία μεταφέρονται έξω από τον εργασιακό χώρο, τα αποτελέσματα είναι ολέθρια. Παρασυρμένοι από την ακόρεστη δίψα τους να φτάσουν στην κορυφή, τέσσερα επιχειρηματικά στελέχη και το αφεντικό τους έρχονται αντιμέτωποι με ένα περιπετειώδες ψυχολογικό θρίλερ. Κωπηλασία, σκουός, γκολφ και άλλα αγωνίσματα γίνονται το σκηνικό για τα πιο ακραία παιχνίδια εξουσίας και ψυχολογικού πολέμου, όπου οι παίκτες χρησιμοποιούν όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, για να νικήσουν. Ποιος θα κερδίσει; Ποιος θα καταφέρει να επιζήσει από την πιο επικίνδυνη και τρομακτική δοκιμασία που αντιμετώπισε ποτέ;

5. στην ταινία Το τσεκούρι, 2005 του Κ. Γαβρά

Στη Γαλλία, στην Ευρώπη του σήμερα, εταιρίες κλείνουν ή αποφασίζουν να μεταφερθούν στην ανατολική Ευρώπη των φθηνότερων εργατικών χεριών. Το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες άνθρωποι να μένουν άνεργοι. Ο Bruno είναι χημικός σε μια εταιρία παραγωγής χαρτιού και ανήκει στη μερίδα που θυσιάστηκε από τους ανωτέρους του. Όταν του το ανακοινώνουν, τον διαβεβαιώνουν πως με τέτοια προσόντα και βιογραφικό πολύ σύντομα θα καταφέρει να βρει κάτι να κάνει. Όμως τα χρόνια περνούν και η ανεύρεση θέσης εργασίας δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Βρίσκει μια θέση που είναι ιδανική για τον ίδιο και σκέφτεται πως αν αυτός που την έχει ήδη βγει από τη μέση έχει αρκετές πιθανότητες να είναι ο αντικαταστάτης του. Βρίσκει τρόπο να μαζέψει στα χέρια του βιογραφικά ανθρώπων που είναι ικανά να πάρουν τη ίδια θέση και αφού κάνει το ξεκαθάρισμα καταλήγει στο ότι μόνο πέντε έχουν ίσες ή καλύτερες πιθανότητες από αυτόν. Άρα εάν αυτοί οι έξι άνθρωποι (οι πέντε πιθανοί υποψήφιοι συν έναν τον κάτοχο της θέσης) "εξαφανιστούν" τότε ο ίδιος αποκτά μια ικανοποιητικότατη θέση και ξανακερδίσει πίσω όσα έχασε: την οικονομική δυνατότητα να ξεπληρώσει σπίτι και δάνεια, τον σεβασμό από όλους απέναντι στους οποίους νιώθει μειονεκτικά, τη γυναίκα του που απομακρύνεται. Έτσι ένας ορθολογιστικός, σοβαρός και μορφωμένος άνθρωπος μεταμορφώνεται σε serial-killer εξολοθρευτή κάποιων άλλων αθώων! Είναι απίστευτη η ευκολία με την οποία οργανώνει και πραγματοποιεί κάτι τέτοιο, αποδεικνύοντας το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει.

6. στην θεατρική και κινηματογραφική "Μέθοδο Γκρόνχολμ'' του Τζόρντι Γκαλθεράν

    Σε μία από τις πιο γνωστές πολυεθνικές εταιρείες της Ισπανίας, οι Φερνάντο, Ενρίκε, Μερσέδες και Κάρλος καλούνται να δώσουν συνέντευξη, ως υποψήφιοι για τη θέση του Εμπορικού Διευθυντή. Κλεισμένοι σε μία μοντέρνα αίθουσα του πολυόροφου κτηρίου της πολυεθνικής, οι τέσσερις υποψήφιοι υποβάλλονται σε κοινή συνέντευξη αλλά χωρίς αληθινό εξεταστή. Στην πραγματικότητα, περνούν από έναν αριθμό δοκιμασιών, που καθόλου δεν μοιάζουν με τις συνηθισμένες μεθόδους που χρησιμοποιούν τα γραφεία επιλογής προσωπικού. Ένα κουτί που ανοιγοκλείνει, μεταφέρει στους διαγωνιζόμενους τις δοκιμασίες κι εκείνοι ακολουθώντας κάθε φορά πιστά τις οδηγίες, προσπαθούν να «φάει» ο ένας τον άλλον. Το παιχνίδι στο οποίο συμμετέχουν οι διαγωνιζόμενοι έχει κανόνες κι ορισμένοι από αυτούς είναι σκληροί. Οι τέσσερις υποψήφιοι θα πουν ψέματα, θα υποκριθούν, θα ταπεινωθούν και θα φτάσουν στο σημείο να χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Κι όλα αυτά για να κερδίσουν την πολυπόθητη θέση εργασίας που αναλογεί στον έναν μόνο από τους τέσσερις φιλόδοξους υποψηφίους. 

Ο συγγραφέας Χόρντι Γκαλθεράν αναφέρει για το έργο:

«Η ΜΕΘΟΔΟΣ GRŐNHOLM» αποπειράται να μιλήσει για τη σκληρότητα στις εργασιακές σχέσεις. Και θέλησα να το κάνω αυτό με αφορμή μία από τις πλέον απάνθρωπες διαδικασίες που υφίστανται στον εργασιακό κόσμο: την επιλογή προσωπικού. Η υπόθεση είναι απλή: oι τελευταίοι τέσσερις υποψήφιοι για μία θέση ανώτατου στελέχους σε μια σημαντική πολυεθνική εταιρεία συναντώνται και υποβάλλονται στις τελευταίες δοκιμασίες της διαδικασίας επιλογής, δοκιμασίες οι οποίες, ακροβατώντας στο παράλογο, δε φαίνεται να έχουν καμία σχέση με αυτή καθαυτή τη θέση εργασίας.
Η ιδέα του παιχνιδιού ως αναγωγή στις ανθρώπινες σχέσεις, παιχνίδι το οποίο πάντα υπάρχει στα έργα μου, μετατρέπεται στο συγκεκριμένο έργο στην απόλυτο σύνδεσμο: οι πρωταγωνιστές παίζουν μεταξύ τους και το κοινό προσκαλείται να συμμετάσχει μαζί τους, προσπαθώντας να ανακαλύψει ποιο είναι το ψέμα και ποια η αλήθεια, εάν και όπου αυτό είναι δυνατόν.
Όλες οι δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλονται οι υποψήφιοι, όσο απίστευτο κι εάν φαίνεται, είναι εμπνευσμένες από πραγματικές τεχνικές επιλογής προσωπικού, καταγεγραμμένες σε σοβαρά έργα που έχουν εκπονήσει ειδικοί επί του θέματος. Το μόνο πράγμα που κάνει το έργο είναι να φτάσει τις δοκιμασίες στα άκρα, χωρίς να κρύψει το κωμικό στοιχείο που υποκρύπτεται σ’ αυτές.
Η ιδέα για το έργο αυτό γεννήθηκε από μια πραγματική, ανέκδοτη ιστορία. Σε ένα δοχείο απορριμμάτων στη Βαρκελώνη βρέθηκε μια σειρά εγγράφων στα οποία ένας υπάλληλος του τμήματος προσωπικού από μια αλυσίδα σουπερμάρκετ είχε σημειώσει τις εντυπώσεις του για τους υποψηφίους που απευθύνονταν στη θέση του ταμία. Τα σχόλια έβριθαν φράσεων σεξιστικών, ξενοφοβικών και βάρβαρων, του τύπου "χοντρή", "βλαμμένη, ούτε χειραψία δεν ξέρει να κάνει…", "τσιριχτή φωνή, μοιάζει ηλίθιος…", κλπ.
Εκείνος ο υπάλληλος, οχυρωμένος πίσω από την "ιερά αποστολή" που του είχε ανατεθεί, θεωρούσε ότι είχε το δικαίωμα να γράφει αυτές τις ανοησίες για άτομα που δε γνώριζε καθόλου, τη δύναμη να τους δώσει ή να τους αρνηθεί μια θέση εργασίας και τη δυνατότητα να είναι σκληρός και αδυσώπητος.
Φανταζόμουν αυτές τις άμοιρες κοπέλες που προσπαθούσαν να δώσουν μια καλή εικόνα για το άτομό τους, μια εικόνα "επαγγελματικώς ορθή", προσπαθώντας να κάνουν αυτό που εκείνες πίστευαν ότι ήταν το προσδοκώμενο, έτοιμες ακόμη και να υποστούν κάποιες μικρές ταπεινώσεις προκειμένου να προσληφθούν σ’ αυτήν τη δουλειά που την είχαν ανάγκη…»


Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

τα φύλα στη λογοτεχνία: ανδρικός λόγος ''κατά γυναικών'' και μισογυνισμός (;)

στα ποιήματα-τραγούδια που ακολουθούν:
α) ο λόγος αρθρώνεται από άντρες και απευθύνεται σε γυναίκες
β) η απεύθυνση γίνεται όχι συνολικά στις γυναίκες, αλλά προς μια ορισμένη κατηγορία:
τις γυναίκες που είτε καλλιεργούν και προβάλλουν περισσότερο ή αποκλειστικά την ''θηλυκή'' τους πλευρά είτε είναι εγκλωβισμένες σε έναν ψυχρό,επιφανειακό ρόλο, με συνέπεια να προκαλούν μοιραία έλξη αλλά συγχρόνως και οίκτο ή αποστροφή
γ)δεν είναι δύσκολο να ανιχνευτεί μισογυνισμός σ' αυτά, είτε αν σταθούμε στις σκληρές εκφράσεις τους είτε αν θεωρήσουμε πως γενικεύουν και ισοπεδώνουν τη γυναικεία φύση..
δ) κι όμως, μια δόση τρυφερότητας και μια προσπάθεια προσέγγισης/κατανόησής τους είναι εμφανείς,τουλάχιστον σε κάποια απ' αυτά..

Ν. Καββαδίας:

''Oι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Xιλή
κι οι μαύρες του Mαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.''
                  από το ποίημα ''Καφάρ''

Κ. Τριπολίτης: προσπέκτους

Κ. Καρυωτάκης:

         Αποστροφή
Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.

Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ’ αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.

Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.

Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «δια τα μητέρας».

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ’ άδειο σας κεφάλι!


Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι’ αυτό προνομιούχα…

Σου `δινα λεφτά για τα ταξίδια
και χρυσάνθεμα απ’ της Κίνας τις αυλές
πέτρες σκαλιστές για δαχτυλίδια
και φορέματα από πόλεις μαγικές..

Κάτι να γυαλίζει
θέλεις πάντα κι ας θυμίζει
ό, τι πιο θαμπό μαζί και σκοτεινό..
Σαν του φτωχού Σαρλό την μπαλαρίνα
που χορεύει μες στης νύχτας το ρυθμό
μα η καρδιά σου σαν κλεισμένη σε βιτρίνα
δεν αγγίζει της δικής μου τον παλμό.
                           Β. Καζούλης

                        Τάσος Λειβαδίτης:

Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στις εφημερίδες,
ένας άντρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια»,
πήρε μια γυναίκα,
μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο,
αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει
να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές,
«εδώ έρχονται για άλλα πράγματα»,
οι άλλοι απ’ έξω δώστου χτυπήματα στην πόρτα.
Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές
— ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα.
Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια.
Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θα 'ρθει η αναπότρεπτη ώρα μια νύχτα, που θα νοιώσει τον τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.
                                      από την "Καντάτα"

                                 
Εκείνο το βράδυ γύρισα ανήσυχος, «Τερέζα» φώναξα, τίποτα, έψαξα τα δωμάτια, κατέβηκα στο υπόγειο «που είναι η Τερέζα;» ρώτησα, «πέθανε, είπε κάποιος – την κηδέψαμε χθες», «ηλίθιοι, φώναξα, σας ξεγέλασε, δεν ξέρετε τι μεγάλη πουτάνα ήταν » κανείς δε μίλησε «μα πως μπορεί ένας άγγελος να πεθάνει » είπα κλαίγοντας.
Άνοιξα το παράθυρο και πράγματι εκεί στο βάθος τ’ ουρανού έλαμπε η Τερέζα σαν άστρο.
                                            από τα "Χειρόγραφα του Φθινοπώρου''

…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…
                         από την Καντάτα

Π. Σιδηρόπουλος, Στην Κ.

Τζούλια, το κορίτσι στη ζούγκλα:

Μέσα στη ζούγκλα ανάβεις μόνη τη φωτιά σου .
Μες στην ανία πειθαρχείς σαν κουρδισμένη.
Κανείς δεν ξέρει ακριβώς το πρόγραμμά σου
κι εσύ κανέναν να μπορεί να περιμένει.
Τα αγοράκια που κρεμιούνται στα κλαδιά σου
και τα κοιτάζεις το πρωί με υπομονή,
πες μου, τα νιώθεις σαν εχθρούς ή σαν παιδιά σου;
Κάποιες στιγμές είσαι για όλα ικανή.

Μονάχα εκτόνωση του εφήμερου πάθους
στην υπερένταση του σίγουρου λάθους,
ψάχνεις επίμονα μια πόρτα στον τοίχο,
φωνάζεις μέσα σου «Ξανά θα αποτύχω».
Και η περιφρόνηση σαν λάβα σκεπάζει
χιλιάδες άγνωστους μια πόλη που αδειάζει,
δίνεσαι σ’ όλους με την ίδια κακία.
Πότε κατάθλιψη και πότε μανία.
Τώρα στου κόσμου θα διακρίνεις τις ρυτίδες
πόσο μακριά μπορεί να πάει η μοναξιά σου.
Δεν περισσεύουν στο πέλαγος σανίδες,
δεν προλαβαίνεις να στεγνώσεις τα μαλλιά σου.
Κρατάς για σένα μία πλάτη γυρισμένη
η εξουσία είναι αγάπη ατροφική
Το «πάνω χέρι, κάτω χέρι» δε σου βγαίνει
μα όλοι έχουνε την ίδια τακτική.

Μετράς μονάχη τα θηρία που φεύγουν,
όσους ξανοίχτηκες και τώρα αποφεύγουν,
είναι ένας τρόπος σου κι αυτός να ξεκόβεις
μέσα απ’ τη ζούγκλα σου δρόμο να κόβεις.
Και η περιφρόνηση σαν λάβα σκεπάζει
χιλιάδες άγνωστους, μια πόλη που αδειάζει
και δεν τους έχεις πια ανάγκη καμία,
πέθανες μέσα σου με ψυχραιμία .

Αύριο έχει μια έκλειψη λένε,
ένα σκοτάδι για μάτια που καίνε.
Αύριο γίνεσαι και συ τριάντα .
Μακάρι η έκλειψη να 'ναι για πάντα.
Και η περιφρόνηση σαν λάβα σκεπάζει
χιλιάδες άγνωστους, μια πόλη που αδειάζει.
Μέσα στην έκλειψη η ζούγκλα παγώνει,
Μόνη σου φώτισες και κάηκες μόνη.
                              Ισαάκ Σούσης

→ ο στιχουργός Ισαάκ Σούσης μιλάει για το τραγούδι :  ΕΔΩ


ΥΓ 1
περί μισογυνισμού, δες ΕΔΩ ,   ΕΔΩ  και   ΕΔΩ

ΥΓ2
κι ένας γυναικείος λόγος πάνω στο ίδιο θέμα:

Στη Σμύρνη, Μέλπω. 
Ηρώ, στη Σαλονίκη.
Στο Βόλο, Κατινίτσα, έναν καιρό.
Τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα.

Ο τόπος μου, ποιος ήταν; 
Ποιοι οι δικοί μου;
Αν ξέρω, ανάθεμά με.
Σπίτι, πατρίδα έχω τα μπορντέλα.

Ως κι οι πικροί μου χρόνοι, οι παιδικοί μου,
θολές, σβησμένες ζωγραφιές.
Κι είν’ αδειανό σεντούκι η θύμησή μου.
Το σήμερα χειρότερο απ’ το χτες.
Και τ’ αύριο απ’ το σήμερα θε να `ναι.

Φιλιά από στόματ’ άγνωστα, βρισιές
κι οι χωροφύλακες να με τραβολογάνε.
Γλέντια, καυγάδες ως να φέξει.
Αρρώστιες, αμφιθέατρο, Συγγρού
κι ενέσεις εξακόσια έξι.
Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι.
Όλη η ζωή μου του χαμού.
Μ’ από την κόλασή μου, σού φωνάζω:
Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω.
Μ’ από την κόλασή μου, σού φωνάζω:
Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σού μοιάζω.
                            Γαλάτεια Καζαντζάκη




Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Μαρία Λαϊνά- Ουίλιαμ Σαίξπηρ : διαθεματική πρόταση (λογοτεχνία- αγγλικά)

 Σε ποίημα της Λαϊνά αξιοποιείται ως μότο(προμετωπίδα)
 ένα απόσπασμα από το Σονέτο 116 του Σαίξπηρ:

                                        Μαρία Λαϊνά

                       Δ' Θριαμβικό      [από τη Συλλογή Επέκεινα (1970)]



Love is not love
which alters when it alteration finds
or bends with the remover to remove
Σαίξπηρ, Sonnet 116
Δεν είναι αγάπη αυτή
που αλλάζει με της τύχης όλες τις στροφές
και με κάθε σκούντημα παραστρατεί.
(Σαίξπηρ, 116. μτφρ. Βασ. Ρώτας)

Αν κάποτε πεθάνω,
μην ακούσεις ποτέ πως τάχα «κείμαι ενθάδε»:
εσύ θα με βρεις στην αναπνοή του αγέρα
στο φευγαλέο, παιδικό χαμόγελο.

Αν κάποτε πεθάνω,
μη διαβάσεις ποτέ τ' όνομά μου σε πέτρα:
εσύ θα ξέρεις να μ' ακούσεις στον αχό της άνοιξης
και στην επιμονή του ήχου της βροχής.

Αν κάποτε πεθάνω,
μην πιστέψεις ποτέ πως η αγάπη μου τελείωσε:
σκέψου πως θα σε περιμένει,
σ' άλλες αισθήσεις περιγράφοντας την ομορφιά σου.

        Αναλύσεις του ποιήματος 
-από την Χριστίνα Αργυροπούλου ΕΔΩ
-από την Αγάθη Γεωργιάδου ΕΔΩ

Ολόκληρο το σονέτο στη μετάφραση Ρώτα:

Let me not to the marriage of true minds
Admit impediments. Love is not love
Which alters when it alteration finds,
Or bends with the remover to remove:

O no! it is an ever-fixed mark
That looks on tempests and is never shaken;
It is the star to every wandering bark,
Whose worth's unknown, although his height be taken.

Love's not Time's fool, though rosy lips and cheeks
Within his bending sickle's compass come:
Love alters not with his brief hours and weeks,
But bears it out even to the edge of doom.

If this be error and upon me proved,
I never writ, nor no man ever loved.
Κανένα εμπόδιο να ενωθούν πιστές καρδιές
δεν παραδέχομαι· δεν είναι αγάπη αυτή
που αλλάζει με της τύχης όλες τις στροφές
και με το κάθε σκούντημα παραστρατεί

Όχι· είναι ένα σημάδι αιώνια σταθερό
που απαρασάλευτο τις μπόρες αντικρίζει·
του ναύτη το άστρο, που κι αν έχει μετρημό
πόσο μακριά ’ναι, δε μετριέται πόσο αξίζει

Δεν είν’ η αγάπη ροδομάγουλα και χείλια,
μπαίγνιο για το κυρτό δρεπάνι του καιρού·
η αγάπη δεν πηγαίνει με ώρες και με μίλια,
γιατί θα βρει την άκρη, πάντα και παντού.

Αν είναι πλάνη αυτό μ' απόδειξην εμέ,
ούτ’ έγραψα, ούτε μ' αγάπησε άνθρωπος ποτέ.

        το σονέτο σε 2 ενδιαφέροντα animations


το σονέτο στην ταινία ''λογική & ευαισθησία''

ΜΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΜΕΛΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ  ΕΔΩ

τραγουδισμένο από τους Χειμερινούς Κολυμβητές:


Ερευνητική εργασία για τον Σαίξπηρ, από το 1ο Λύκειο Βύρωνα :  ΕΔΩ 

                         Σονέτο 97 
 Μοιάζει χειμώνας ο καιρός που έχω φύγει
 και τη χαρά του χρόνου έχασα, εσένα·
 πόσο σκοτάδι έχω νιώσει, πόσα ρίγη,
 πόσο Δεκέμβρη σε τοπία ερημωμένα.
 Κι ήταν ο απόδημος ο χρόνος καλοκαίρι,
 μεστό φθινόπωρο μέσα στο γέννημά του,
 που όλο της άνοιξης το λάγνο βάρος φέρει,
 σαν μήτρα πλήρης μες στο πένθος του θανάτου.
 Τόση πληθώρα, αποκύημα της λύπης ήταν για μένα,
 και καρπός χωρίς πατέρα· το καλοκαίρι ξέρει εσένα,
 κι όταν λείπεις όλα σωπαίνουν τα πουλιά στον άδειο αέρα.
 Κι αν κελαηδήσουν, λένε πένθιμο κανόνα,
 κι ωχρούν τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα.
                                           ΜΕΤΆΦΡΑΣΗ ΔΙΟΝΥΣΗ ΚΑΨΑΛΗ

     Σε απαγγελία Όλιας Λαζαρίδου:


Δ. Καψάλης: Μεταφράζοντας τα σονέτα του Σαίξπηρ :  ΕΔΩ

Η συνεξέταση των δύο ποιημάτων μπορεί να αξιοποιηθεί και στην λογοτεχνία της Α' Λυκείου, είτε στην ενότητα για τα φύλα είτε για την παραδοσιακή/μοντέρνα ποίηση.

τα φύλα στη λογοτεχνία: ανδρικός λόγος υπέρ γυναικών,λόγος συγνώμης, ενοχικός

  Ο Γ. Σεφέρης στην ενότητα ποιημάτων
 "Ο κ. Στράτης Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο"
περιγράφει τα στάδια ωρίμανσης ενός άνδρα: παιδί - έφηβος - παλικάρι - άντρας (εδώ)

Στο "Παιδί" αποκτιέται η αίσθηση/γνωριμία του σώματος μέσα από τις ρίζες των δέντρων, ενώ στον "Έφηβο" η (και ερωτική) αφύπνιση συνδέεται με το άκουσμα μιας φωνής, τη θέαση της ακρογιαλιάς, καθώς και με την αγάπη μιας κοπέλας. Ακολουθεί το μετεφηβικό στάδιο (''Παλικάρι'') όπου η ενηλικίωση επιτυγχάνεται, όχι χωρίς τίμημα, ενώ στο στάδιο του "Άντρα'' τα βιώματα πληθαίνουν συγχρόνως με τις πληγές.

Το "Παλικάρι'' ανοίγει και κλείνει με αναφορά στη γοργόνα του πλοίου, με την οποία ο αφηγητής/ναύτης έρχεται σε ευτυχή επαφή με τη Γυναίκα/ιδέα. Θα μεσολαβήσει η γνωριμία του με τις "γυναίκες''  που θα τον προβληματίσει ώστε να  ντραπεί στο τέλος να "σιμώσει" τη γοργόνα του.
 
              Παλικάρι

Ταξίδεψα ένα χρόνο με τον Καπετάν Δυσσέα
ήμουν καλά
στην καλοκαιριά βολευόμουνα στην πλώρη πλάι στη γοργόνα
τραγουδούσα τα κόκκινα χείλια της κοιτάζοντας τα χελιδονόψαρα,
στη φουρτούνα τρύπωνα σε μια γωνιά στ’ αμπάρι μαζί με το καραβόσκυλο που με ζέσταινε.
Σα βγήκε ο χρόνος είδα ένα πρωί μιναρέδες
ο ναύκληρος μου είπε:
«Είναι η Αγια-Σοφιά, θα σε πάω το βράδυ στις γυναίκες».
Έτσι γνώρισα τις γυναίκες που φορούν μονάχα κάλτσες
εκείνες που διαλέγουμε, μάλιστα.
Ήταν ένας περίεργος τόπος
ένα περιβόλι με δυο καρυδιές μια δράνα ένα πηγάδι
τριγύρω ο τοίχος με σπασμένα γυαλιά στην άκρη
ένα αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».
Τότες είδα για πρώτη μου φορά μια καρδιά
τρυπημένη με τη γνωστή σαΐτα
ζωγραφισμένη στον τοίχο με κάρβουνο.
Είδα τα φύλλα της κληματαριάς κίτρινα
πεσμένα χάμω
κολλημένα στις πλάκες στη φτωχή λάσπη
κι έκανα ένα βήμα να πάω πίσω στο καράβι.
Τότες ο ναύκληρος μ’ άρπαξε από το γιακά και με πέταξε μέσα στο πηγάδι·
το ζεστό νερό και τόση ζωή τριγύρω στο δέρμα…
Έπειτα το κορίτσι μού είπε παίζοντας απρόσεχτα με το δεξί του στήθος:
«Είμαι από τη Ρόδο, με αρρεβώνιασαν 13 χρονώ για 100 παράδες».
Και τ’ αυλάκι τραγουδούσε «Εις το ρεύμα της ζωής μου».
Θυμήθηκα τη σπασμένη στάμνα μέσα στο δροσερό απομεσήμερο και συλλογίστηκα·
«Θα πεθάνει κι αυτή, πώς θα πεθάνει;»
Της είπα μονάχα
«Πρόσεξε θα το χαλάσεις είναι η ζωή σου».
Το βράδυ στο καράβι δε βάσταξα να σιμώσω τη γοργόνα, τη ντρεπόμουνα.              

                Άρτεμις
Δε θα σε βάλω εγώ ποτέ να μαγειρέψεις
θα ’μαι κοντά σου μοναχά σαν με γυρέψεις,
μετά θα φεύγω πάλι να μ’ επιθυμείς..

Άρτεμις θεά των κοριτσιών,
φόβιζε με μ’ ασημένιο τόξο
απ’ τις ψευτονίκες των ανδρών
κι απ’ τη θλίψη που ’χουν να ’μαι απ’ έξω

Δε σ’ έχω δίπλα για να έχω να ζηλεύω.
Πέτα τα πέπλα σου στα δάση που χορεύω
να σε λατρέψω όλη νύχτα σαν φρουρός.
Με τις δερμάτινες τις βρώμικές  μου μπότες
έσπασα μέσα μου και είδωλα και πόρτες
να σ’ αγκαλιάσω σαν το χώμα καθαρός.
          γραμμένο βέβαια από γυναίκα [Λ. Νικολακοπούλου]
          αλλά με ποιητικό ‘’εγώ’’ σε γένος αρσενικό..


γυναίκα αν έχω κάνει λάθος συγχώρα με,
γυναίκα αν είμαι σωστός μη μου το πεις..
                        Χρ. Θηβαίος: Γυναίκα


Κορίτσια της συγγνώμης μες στα μάτια σας
είναι μια λύπη που δεν έχω εγώ ξεχάσει.
Κορίτσια, γκρίζα, νεράιδες της αγάπης..
                    Χ.-Π. Κατσιμίχα


Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

ανάσταση-πρωτομαγιά [ξανά και ξανά]


1.ανάσταση


Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.
                                   Ν. Καρούζος


Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε
Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
Τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙
Και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε
Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
Που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
                                           Δ. Σολωμός



Στ᾿ σιου Λουκ τ μοναστήρι, π᾿ σες
γυνακες το Στειριο συμμαζευτκαν
τν πιτάφιο ν στολίσουν, κι σες
μοιρολογτρες σμε το Μεγάλου
Σαββάτου τ ξημέρωμα γρυπνσαν,
ποι ν στοχάστη - τσι γλυκ θρηνοσαν! -
πώς, κάτου π᾿ τος νθούς, τ᾿ λόαχνο σμάλτο
το πεθαμένου το δωνη ταν σάρκα
πο πόνεσε βαθιά;
Γιατ κι  πόνος
στ ρόδα μέσα, κι  πιτάφιος Θρνος,
κ᾿ ο ναπνος τς νοιξης πο μπαίναν
π᾿ το ναο τ θύρα, ναφτερώναν
τ νο τους στς νάστασης τ θάμα,
κα το Χριστο ο πληγς σν νεμνες
τος φάνταζαν στ χέρια κα στ πόδια,
τ πολλ τν σκεπάζανε λουλούδια
πο τσι τρανά, τσι βαθι εωδοσαν!
                                       Α. Σικελιανός

  (Θεσσαλονίκη. Μάης το 1936. Μι μάνα, καταμεσς το δρόμου,μοιρολογάει τ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της κα πάνω της, βουΐζουν κα σπάζουν τ κύματα τν διαδηλωτν - τν περγν καπνεργατν. κείνη συνεχίζει τ θρνο της):

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
   […]
Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.

Δες, πλάι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαραίοι,
όλοι στητοί και δυνατοί και σαν και σένα ωραίοι.

Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.

Γιε μου στ' αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου εσύ πουλί μου.
                               από τον Επιτάφιο του Γ. Ρίτσου                                


Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ' ουρανού
κρέμεται σήμερα στο ξύλο
ίλεως, Κύριε, γενού.
Και στ' ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε, παιδί μου.

Με τ' Απριλιού τ' αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή
κι όλα τ' αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
Αυτός που κάρφωσε τ' αστέρια
στην άγια σκέπη τ' ουρανού
κι εγώ κι εσύ, και εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.
                                 Ν. Γκάτσος



             (από το Άξιον Εστί)
ΣΕ ΧΩΡΑ μακρινή και αρυτίδωτη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ’ ακολουθούν κορίτσια κυανά
κι αλογάκια πέτρινα
με τον τροχίσκο του ήλιου στο πλατύ μέτωπο.
Γενεές μυρτιάς μ΄ αναγνωρίζουν
από τότε που έτρεμα στο τέμπλο του νερού,
άγιος, άγιος, φωνάζοντας.
Ο νικήσαντας τον  Άδη και τον Έρωτα σώσαντας,
αυτός ο Πρίγκιπας των Κρίνων.
             Λακωνικόν
O καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη
μου επέστρεψε στον ήλιο.

Kείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της
πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Xειμώνα ελάχιστε,

H ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Kαι στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι
κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Aνέλπιστου.

                                        Οδ. Ελύτης


"Ανάσταση: τα καλοπιάσματα του έαρος.
Ερωτευθείτε." 
                                      Ν. Καρούζος 






     Μεγάλη Πέμπτη
Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι
για την Ανάστασή σου.

Την πιστεύω αλλά με θλίβει
όπως μάς θλίβουν γοερά
και κάτι άλλα θαύματα που
επαληθεύτηκαν αλλόκοτα:
με το μη μένοντας κοντά μας
όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.

Να αναστηθείς βεβαίως
ποιος νεκρός δεν το θέλει
ποιος υποψήφιος.
Αλλά να έμενες κάτω, εδώ
να μένεις ο πλησίον μας.

Όσα μάς έταξες το είδες
δε γίνονται εκεί πάνω
εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων
και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.

Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα
πετρώδη ακανθόσπαρτη
γι' αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά
ίνα άρεις -Συ είπας-
όσα χάσαμε επ' αυτής.

Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις
μία βδομάδα εδώ και μια στο πατρικό σου;
Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς
να επιβληθείς στη διανομή σου.
Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά
από εδώ εκεί από κει εδώ
η ζωή και ο θάνατος.

Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν.

Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς

ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.
                                              Κ. Δημουλά

       Έξοδος

H τελετή γινόταν στη μεγάλη σάλα, μόλις μ' είχαν ξεκρεμάσει απ' το ηλιοβασίλεμα, με τύλιξαν μ'ένα σεντόνι, μα οι πληγές φάνηκαν στον τοίχο, το πλήθος συνωστίζονταν στις σκάλες, ζητούσε ν' αναστηθώ, μα εγώ έπρεπε να μείνω αγνός από θαύματα, και κρυβόμουν πίσω απ' τα παλτά των ξένων στο διάδρομο, τρώγοντας τα φύλλα από παλιά ημερολόγια,
    το ξημέρωμα ήταν ωχρό πίσω απ' τις μπουκάλες, βγήκα στο δρόμο και γονάτισα στον πρώτο περαστικό, «γιατί το 'κανες;» με ρωτούσε ο Θεός, «είναι ο καιρός της βασιλείας μου, Kύριε, πώς ν' αρνηθώ;» και τότε ο Θεός μού 'βαλε στο χέρι αυτό το κλειδί, έτσι μπορώ τώρα ν' ακούω ήρεμος το ανελέητο βήμα πίσω απ' τον τοίχο, αθέατος μέσα σε όποια θεία εικόνα.
    Ήμουν τόσο μονάχος, που τα σκυλιά που με γάβγισαν στο δρόμο ανέβαιναν τώρα μαζί μου στον ουρανό.

                           Τάσος Λειβαδίτης



   Η άλλη λύση
Κανείς δεν σκέφτηκε την έπαρση
που κρύβει ένα μαρτύριο
και τι σκληρή απαιτεί
ταπείνωση κι αυτοθυσία
από αδύναμους ανθρώπους σαν κι εμάς.
Όλοι κατανοούμε βέβαια το άδικο
της χλεύης και του διασυρμού
της προδοσίας.
Όμως αντί για σταύρωση θεαματική
κι ιδίως αντί γι’ ανάσταση
εν αμφιβολία
γιατί να μη διαλέξεις ένα τέλος
όπως έζησες, μοναχικό
γενναίο κι ευσύνοπτο
και υψηλό και δωρικό
κι αδιαμφισβήτητο;
Μια τέτοια αυτόχειρ λύση
θα’ ταν για λίγους από μας μια προτροπή
κι ευεργεσία για τους υπολοίπους
καθώς θα τους στερούσε πάσα ελπίδα
μα και τον τρόμο κρίσης
για μια μέλλουσα ζωή.

                           Γ. Βαρβέρης

Με τι βιασύνη προχωρά ο Ιησούς φέτος
προς την Ανάσταση…
παραμερίζει πανέρια τεράστια γιομάτα βιολέτες
σπρώχνει τους αέναους παπάδες
τινάζει νευρικά προς τα πίσω τη μαλλούρα του
το γεγονός ολοφάνερο: βαρέθηκε.
                                        Ν Καρούζος


2.πρωτομαγιά



Μάη, Μάη, χρυσομάη,
τί μας άργησες - Μάημ- και δε φάνηκες;

     μαγιάτικο...
            
άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη..
    Μάη μου,Μάη μου, γι' αυτή την πόλη που κλαίει....
     Μάη μου με τα λούλουδα..


Παράξενη πρωτομαγιά
       μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ήρθ' ο καιρός του "έχε γεια"
      τι να την κάνεις πια την περηφάνια… 
                                       Ν. Γκάτσος

               Πρωτομαγιά
               με το σουγιά
              χαράξαν το φεγγίτη... [Γκάτσος]




  Οι εχθροί της άνοιξης
ρχεται φέτος κουρασμένη
 νοιξη
(νά) κουβαλάει τόσα χρόνια
τ λουλούδια πάνω της.

Σκοτεινο νθρωποι
στς γωνις τν παραμονεύουν
γι ν τν τσακίσουν.

Ατ μως
μ κρότο
νάβει να-να
τ λουλούδια της
στ μάτια τος τ ρίχνει
(γιά) ν τος στραβώσει.

               Μ. Σαχτούρης




το νου σας:από μας η άνοιξη εξαρτάται
                      (από τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη)