Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

μια βροχή θα μας σώσει [;]

να φέρεσαι όπως η βροχή στους τσίγκους
ρυθμικά    με ανωτερότητα
                                                 οδ. ελύτης


Il pleure dans mon coeur
Comme il pleut sur la ville ;

Paul Verlaine
Βρέχει μες στην καρδιά, όπως βρέχει στην πόλη
(απόδοση Στρ. Πασχάλης)



"ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας"
Οδ. Ελύτης

Πλύστρα του ουρανού, στύψε τα ρούχα σου
στύψε τα σύννεφα, διψάω σήμερα.
Να πέσει μια βροχή, έλα γριά βροχή
ξέπλυνε τα κρίματά μου.

Κάθε σταγόνα σου ένα γλυκό φιλί για τα βλέφαρα.
Καλά που θα 'τανε να ξεκαθάριζε,
ν' άλλαζε η ζωή, μόνο με μια βροχή.

Πες μου γριά βροχή απ' όσους ξέπλυνες
ποιοι ξανάρθαν λεκιασμένοι
ζητώντας γι άλλη μια, γι’ ακόμα μια φορά, να τους λυπηθείς.

Πλύστρα τ' ουρανού να μ' έχεις κατά νου
όταν μαραίνομαι, όταν παιδεύομαι.
Να πιάνεις τ’ άπλυτα απ’ το κατάλυμα, των αμέτρητων αστέρων
για τη μπουγάδα σου να στάζει η βροχή, μες στα σωθικά.
                             θαν. παπακωνσταντίνου


Ποιήματα για τη βροχή στον Λόγο παράταιρο

Ο θάνατος του νερού

Αν δεις στον ύπνο σου, μια νύχτα με βροχή, φωτιά να καίει, είν' η καρδιά μου που στενάζει μοναχή και σιγοκλαίει. Ετσι διατυπώθηκε από τους ποιητές. Διότι κάποτε η βροχή ήταν το ηχείο των συναισθημάτων. Οταν έβρεχε, δεν μπορούσες να τα παραγνωρίσεις.

Σαν να επρόκειτο για την εκπνοή ενός στοιχείου που μετέφερε την οργανική προϋπόθεση της ζωής, ο κάθετος θάνατος του νερού ήταν πάντα ένας ύμνος στη διάρκεια που χάνεται και στη μονότονη ανακούφιση αυτής της απώλειας. Οπως όλες οι ζωές, όπως όλες οι εκδηλώσεις θυσίας, έτσι και η ζωή της βροχής έσβηνε χάριν της γονιμότητας. Οπως όλοι οι σπόροι, το νερό έπρεπε να πεθάνει για να ανακυκλωθεί σ' έναν κόσμο που το ονειρευόταν. Η βροχή έφτανε για ν' αναγγείλει τον πτωτικό χαρακτήρα κάθε δημιουργίας, μας δίδασκε πως οτιδήποτε υψώνεται, υπακούει ταυτόχρονα στην κλήση μιας καθόδου που το ρευστοποιεί για να το ζωογονήσει εκ νέου. Μ' άλλα λόγια, η βροχή ήταν η πεμπτουσία της επανάληψης του θανάτου που ρυθμίζει όλους τους κύκλους ζωής. Το θρόισμά της στη λαμαρίνα τραγούδησε τον νόμο αυτού του παράδοξου.
Να βλέπεις στη βροχή μιαν απρόσωπη εκδήλωση των στοιχείων, να πιστεύεις πως η βροχή είναι απλώς νερό που πέφτει, ήταν μέχρι πρότινος μικροψυχία. Στον ήχο της ο άνθρωπος αναγνώριζε τον θρίαμβο ενός απ' τα θεμελιακά νοήματα, της πλησμονής που εκχυλίζει σαν δωρεά, του μάννα εξ ουρανού, ακόμη και του από μηχανής θεού. Ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο οτιδήποτε αγαθό προέρχεται «από ψηλά», έβρισκε ανέκαθεν, στη βροχή, την ιδεώδη κατάφαση· η βροχή ήτανε στεναγμός εκπληρούμενης προσδοκίας.

Ο ουρανός έδινε λόγο στην ομορφιά αλλά και στη ματαίωση, ενώ η γη παρέμενε ο τόπος της πραγμάτωσης, της επαλήθευσης. Η βροχή ανακούφιζε τη γη απ' το βάρος του πραγματικού. Ο ήλιος μας έκανε ερωτιάρηδες ή παράλογους, η βροχή καθησύχαζε τα πνεύματα, ήταν μαλακτική, κατευναστική, θεραπευτική. Το φως της υπήρξε γαλακτερό. Ηταν ένας ύπνος πάνω στα πράγματα, και σαν τέτοια τους επέτρεπε να κοιτούν δίχως ταραχή, πίσω απ' την κουρτίνα και τους υδρατμούς, τη σκηνή μιας δοκιμασίας εξ υποθέσεως παροδικής. Η βροχή ήταν το ον εκείνο που ξαγρυπνούσε για να ονειρευόμαστε το θάνατο με τρόπο ειρηνικό. Οι χειρονομίες της δεν απέπνεαν καμιάν οξύτητα, θύμιζαν βάλσαμο, θωπείες, μουσικές γέφυρες ανάμεσα σε ήπιες εντάσεις.
Η βροχή υπήρξε ο θυρωρός της ευτυχισμένης παιδικότητας, περιβαλλόταν απ' τους θρύλους των Χριστουγέννων, τη μυρωδιά των κυπαρισσιών, τα σαλιγκάρια και τα πετάγματα των ελαφιών στην ομίχλη. Το παιδί συνέλαβε εκεί τις πρώτες απορίες. Κατανόησε τη διαφορά κι ότι καμιά καλοκαιρινή υπερβολή δεν θα μπορούσε να διεγείρει το βλέμμα αν δεν είχε προηγηθεί ο χειμώνας με το μισόφωτο, οι αστραπές, οι λιτανείες της υγρασίας. Ζήσαμε όλοι, πριν από καιρό, μια εποχή που τη νανούριζαν οι αντιθέσεις.

Μέσα στο παιδί, η βροχή διασκέδαζε την αγωνία του χρόνου, διότι ο χρόνος γινόταν φιλικός, κουλουριαζόταν γύρω του και άκουγαν μαζί τον μονόλογο του νερού στα παραθυρόφυλλα. Το παιδί διασκέδαζε την αγωνία από την εναλλαγή των εποχών με το παιγνίδι που ονομάζεται κινέζικο πορτρέτο αφού, αν η βροχή ήταν γυναίκα, θα ήταν η μάνα του, εκείνη τη στιγμή. Διασκέδαζε δηλαδή τη βιασύνη της μεταμόρφωσης των πραγμάτων με την εντύπωση μιας παρουσίας στην οποία μπορούσε κάλλιστα να επιστρέψει με την πρώτη δυσκολία. Η βροχή γαλήνευε και γαληνευόταν. Οταν άγγιζε τη σφοδρότητα της καταιγίδας, προσελάμβανε το χαρακτήρα μιας φύσης μαστιγωτικής αλλά ποτέ εκδικητικής, ορμούσε πάνω στην υλικότητα του κόσμου αλλά με τρόπο ποτέ χαιρέκακο. Η βροχή ήταν η διαυγής ορατότητα σε ώρα μελαγχολίας. Η λύπη της για κείνο που πεθαίνει ποτέ δεν γινόταν κατάθλιψη, πάντοτε έμενε στον ρεμβασμό και τον μετέδιδε σαν βύθιση στο αόρατο.

Αυτή η βροχή δεν υφίσταται πια, ακριβώς όπως δεν υφίσταται το καλοκαίρι, απορροφημένο απ' τις διεκπεραιώσεις του τουριστικού τομέα. Στην εξαφάνιση των συμβολισμών της βροχής επιφυλάχθηκε μια μοίρα ακόμη πιο άδικη, γιατί μπορεί η βροχή, η όξινη βροχή της τρίτης χιλιετίας, να βλάπτει όσο και ο ήλιος, όμως αυτή, επιπλέον, μπορεί να σε πνίξει κυριολεκτικά με τον ρεαλισμό της. Εισβάλλει στα υπόγεια και αναγκάζει τη φτώχεια να βγει στο δρόμο, δηλαδή εκεί απ' όπου ήρθε και να δείξει στις κάμερες την ώς τότε καμουφλαρισμένη προσωρινότητα των επίπλων. Τέσσερα και μισό εκατομμύρια άνθρωποι που κατέληξαν να ζουν στο Λεκανοπέδιο με τη νοοτροπία του πρόσφυγα, φοβούνται τώρα την τιμωρία. Η βροχή ξυπνάει την ανάμνηση της γενοκτονίας.

Εχοντας φορτιστεί μ' αυτή τη μιασματική φιλαλήθεια, η βροχή γίνεται αληθινό μίασμα η ίδια κι έτσι οι μεταφορικές της χρήσεις στη γλώσσα παύουν να είναι μεταφορές. Τώρα κυκλοφορούν στον λόγο σαν κυριολεξίες. Για παράδειγμα, η βροχή των καταγγελιών, η βροχή των παραπόνων, η βροχή των σκανδάλων, όλες αυτές οι βροχές είναι ό,τι το δηλητήριο που πέφτει στις στέγες μας, διότι το βρόχινο νερό άρχισε ήδη να ισοδυναμεί με καταγγελία, με παράπονο, με σκάνδαλο. Δεν υπάρχει πια φιλική πτώση, ό,τι πέφτει πέφτει για να μας συντρίψει.
                                               του Ευγένιου Αρανίτση,
                                 Παράδοξα, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία,   31/08/2003    


   Τα πάθη της βροχής

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.
                                    κική δημουλά